Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΜΑΣ
Κάντε "κλικ" στην εικόνα και δείτε φωτογραφίες από την λιτάνευση του Επιταφίου μας

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΠ. ΠΑΥΛΟ

ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΠ. ΠΑΥΛΟ
Κάντε "κλικ" στην εικόνα
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Βολουδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Βασίλειος Βολουδάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ; (β΄μέρος)

Το α΄ μέρος εδώ



 (π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Οἱ περισσότεροι σύγχρονοι ἐπιστήµονες βιολόγοι, νευροεπιστήµονες, ψυχίατροι καὶ ἄλλοι ὁρίζουν τὴν κληρονοµικότητα ἀπὸ στοιχεῖα τοῦ DNA, τὰ ὁποῖα µεταβιβάζονται ἀπὸ τοὺς γονεῖς στὰ παιδιά, καὶ ἔχουν στρέψει ὅλο τους τὸ ἐνδιαφέρον στὴν ἐξερεύνηση καὶ ἀντιµετώπιση κυρίως ἐκείνων τῶν κληροδοτουµένων στοιχείων ποὺ ἐµφανίζουν κάποια µικρὴ ἢ µεγάλη παθογένεια, χωρὶς νὰ ἀσχολοῦνται µὲ τὸ ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπάρχει ψυχή, ὡς ὀντότητα ἀκεραία, πέραν τῶν στοιχείων καὶ τῶν ἰδιοτήτων τοῦ σώµατος.

Ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος, µὲ τὸ νὰ διευκολύνη τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερη γνώση τοῦ ἀνθρωπίνου σώµατος, καὶ τῶν ἐξειδικευµέ­νων λειτουργιῶν του, κυρίως δὲ τοῦ ἐγκεφάλου, ἔχει παρασύρει σὲ τέτοιο βαθµὸ ἀκόµη καὶ χριστιανοὺς πιστοὺς ἐπιστήµονες, στὴν ἀ­πο­λυτοποίηση τῆς ἐρεύνης καὶ σπουδῆς τοῦ ἀνθρωπίνου σώµατος, σὰν νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔρευνα ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς λειτουργίας τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως!

Ὅµως τὸ ἀνθρώπινο σῶµα δὲν εἶναι ἀφ’ ἑαυτοῦ του ζῶσα ὕπαρξη, καί, συνεπῶς, τοὐλάχιστον γιὰ τοὺς πιστοὺς ἐπιστήµονες, πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν τὰ µυστικά του καὶ ἡ ὄντως φυσιολογία του στὴν ζω­ο­ποιοῦσα αὐτὸ καὶ ἐνεργοῦσα δι’ αὐτοῦ ψυχή.

Χωρὶς τὴν γνώση τῆς ψυχῆς, τῆς ὑγείας ἢ τῆς ψυχοπαθολογίας της, ἡ γνώση τοῦ σώµατος θὰ εἶναι πάντοτε ἀτελὴς καὶ ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν του δὲν θὰ εἶναι ἀποτελεσµατικὴ στὸν βαθµὸ ποὺ ἀπαιτεῖται.

Παρὰ ταῦτα, παρὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ψυχῆς, τὸ ἀνθρώπινο σῶµα µας δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς ἠλεκτρονικὸς ὑπολογιστής, στατικὸς καὶ µηχανιστικὸς ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχει καὶ αὐτὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, µὲ τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς ζωοποιεῖται. Εἶναι ὑλικὸ τὸ σῶµα µας –καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἐντὸς τοῦ τάφου– ἔχει ὅµως ἀπὸ τὸν δηµι­ουργό µας Θεὸν τὴ δυνατότητα νὰ λειτουργεῖ ὄχι µόνο εὐπρεπῶς, ἀξιοπρεπῶς καὶ µεγαλοπρεπῶς, ἀλλὰ καὶ θεοπρεπῶς, ὅπως ἐνήργησε αὐ­τὸ ὁ Χριστός µας. Μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του ὁ Χριστὸς µᾶς ἀπέδειξε ὅτι τὸ σῶµα ποὺ µᾶς ἔδωσε –ἔστω καὶ ἂν εἴµαστε µεταπτωτικοὶ ἄνθρωποι– ἔχει ὅλες τὶς ἰδιότητες γιὰ νὰ συµπορευθῆ καὶ νὰ συνδοξασθῆ µὲ τὴν ψυχή µας ἕως τὴν αἰωνιότητα, ἀρκεῖ αὐτὴ νὰ βρίσκεται σὲ ἀπόλυτη σχέση καὶ ὑπακοὴ πρὸς τὸν Πλάστη καὶ Δηµιουργόν της Θεόν µας.

Αὐτὴν τὴν προλογικὴ ἀναφορὰ ἔκρινα ἀπαραίτητη γι’ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, προκειµένου νὰ γίνουν πιὸ κατανοητὰ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἐπακολουθήσουν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπεξεργασία τοῦ θέµατός µας θὰ ἐπικεντρωθῆ στὸ τὶ ἀκριβῶς συµβαίνει µὲ τὴν κληρονοµικότητα ὥστε νὰ προχωρήσουµε ἐν συνεχείᾳ στὴν ἐξέταση τοῦ πῶς µεταδίδεται ἡ Κληρονοµικότητα τοῦ σώµατος στὴν ψυχὴ τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Ἡ συγκεκριµένη αὐτὴ πορεία ἐρεύνης προέκυψε ἀβίαστα, ἀφοῦ ἤδη σὲ προηγούµενη ἑνότητα ἀποδείξαµε ὅτι ἀποκλείεται ὁποιαδήπο­τε µεταβίβαση γονικῆς κληρονοµικότητος ἀπὸ τὴν ψυχή, πρὸς τὸ σῶµα διότι ἡ ψυχὴ δὲν µᾶς δίδεται µέσῳ τῶν γονέων ἀλλὰ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Θεό (βλέπε τεῦχος 154-155).


Ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶµα µας καταγράφουν

Ὁ Χριστός µας, ὁ Σαρκωθεὶς Θεός, εἶναι, ὅπως µᾶς διδάσκει ἡ Ἁγ. Γραφή, «ἡ Ἀνακεφαλαίωσις, πάσης τῆς Κτίσεως». Γι’ αὐτό, τολµῶ, νὰ εἰπῶ, ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔλαβε τὸ ἀξίωµα νὰ εἶναι ὁ κατὰ Χάριν Χριστοῦ «ἀνα­κεφαλαιωτὴς τῆς Κτίσεως», ἀφοῦ ἔλαβε καὶ ὑλικὸ σῶµα, ὅπως καὶ ἄλλα δηµιουρ­γήµατα τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ἄϋλη ψυχή, ὅπως οἱ Οὐράνιες Δυνάµεις, µὲ προορισµὸ νὰ γίνη καὶ αὐτὸς κατὰ Χάριν Θεός.

Ἡ συνύπαρξη αὐτὴ σώµατος καὶ ψυχῆς στὸν καθένα µας δὲν εἶναι κάτι τὸ πρόσκαιρο, τὸ προσωρινό, ἀλλὰ αἰώνιο καὶ γι’ αὐτὸ ὁ τρόπος τῆς σχέ­σεως αὐτῶν τῶν δύο θὰ ἀποτελέση καὶ τὸ πρόκριµα γιὰ τὴν ποιότητα τῆς αἰωνίου ζωῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Ἡ ψυχὴ ἐνεργεῖ µὲ ὅλες τὶς δυνάµεις της καὶ ἡ ἐνέργειά της µεταδίδεται σὲ κάθε κύτταρο τοῦ ἀνθρωπίνου σώµατος καὶ καταγράφεται, ἀφοῦ ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς εἶναι αὐτὴ ποὺ διαπλάθει τὸ κάθε ἀπειροελάχιστο σηµεῖο τοῦ σώµατος, ἐφ’ ὅσον ἡ ψυχὴ ἔχει τὴν ζωὴ καὶ αὐτὴ θέτει σὲ λειτουργία ὅλον τὸν σωµατικὸ µηχανισµὸ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» ἕως ὅτου ὁ Θεὸς τὴν καλέση νὰ ἀποχωρισθῆ προσωρινὰ τὸ σῶµα της µέχρι τῆς Κοινῆς Ἀναστάσεως.

Ἡ λειτουργία τοῦ σώµατος µέσῳ τῆς ψυχῆς εἶναι αὐταπόδεικτη, καθ’ ὅτι µὲ τὸν χωρισµό της, τὸ σῶµα, γίνεται πλέον πτῶµα. Εἶναι αὐ­τα­πόδεικτη, τοὐλάχιστον γιὰ τοὺς πιστούς, ποὺ γνωρίζουν καὶ ἀποδέχονται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπαρτίζεται ἀπὸ σῶµα καὶ ψυχή.

Ἡ καταγραφή, ὅµως, στὰ κύτταρά µας κάθε ἐνέργειάς µας δὲν εἶναι αὐτονόητη ἀλλὰ µέχρι χθὲς προέκυπτε µόνο ἀπὸ τὴν Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας µας, σήµερα δὲ διαπιστώνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστήµη, ἡ ὁποία ἐντοπίζει καταγραφὲς –κυρίως τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τῆς καρδιᾶς– ποὺ ἔχουν σχέση µὲ τὴν ἠθικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, (ὅπως τάσεις ἀλκοολισµοῦ, κλεπτοµανίας, µοιχείας κ.ἄ.), ἀλλὰ καὶ µὲ τὴν ἐν γένει κατάσταση τῆς προσωπικότητός του (ὅπως σχιζοφρένεια ἢ διπολικὴ διαταραχή, κατάθλιψη κ.ἄ.).

Ἡ Θεολογία µας, ἡ πηγὴ καὶ τὸ κριτήριο κάθε Ἐπιστήµης µὲ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ µᾶς εἶχε φανερώσει ὅτι µετέχει καὶ τὸ σῶ­µα µας σὲ κάθε ἁµαρτία, παρ’ ὅτι κάθε ἁµαρτία ἐνεργεῖται µὲ τὴν κα­θο­­δή­γηση καὶ ἐπιταγὴ τῆς ψυχῆς µας καὶ ὅτι οἱ ἐκτὸς τῶν ὁδηγιῶν τοῦ Θεοῦ ἐ­νέρ­γειες τῆς ψυχῆς καταγράφονται καὶ στὰ κύτταρα τοῦ σώ­µα­τός µας καὶ τὸ µολύνουν, ὅπως, βεβαίως, καταγράφονται καὶ οἱ σύµ­φω­νες µὲ τὸ θέληµά Του καὶ ἁγιάζουν τό σῶµα µας. Γι’ αὐτὸ ἡ Ὑµνο­λο­γί­α µας, ποὺ εἶναι «ὑποµνηµατισµὸς τῆς Ἁγίας Γραφῆς», ψάλ­λει ὅτι κατὰ τὴν Β΄ Παρουσία τοῦ Χριστοῦ µας «βίβλοι ἀνοίγονται καὶ τὰ κρυπτὰ δηµοσιεύονται», µία ἀλήθεια ποὺ ἀκόµη καὶ ἡ διατύπωσή της ἐπαλη­θεύεται σήµερα ἀπὸ τοὺς ἐπιστήµονες, οἱ ὁποῖοι ὁµιλοῦν γιὰ τὴν «ἀνά­γνωση τοῦ DNA» κάθε ἀνθρώπου, παρ’ ὅτι, βεβαίως πρόκειται γιὰ ἀτελεστάτη ἀνάγνωση στιγµιοτύπων καὶ ὄχι γιὰ τὴν πλήρη ἀνάγνωση ποὺ γίνεται µὲ τὰ µάτια τοῦ Θεοῦ, στὰ ὁποῖα δὲν ἐξετάζεται µόνο τὸ σῶµα ἀλλὰ συνεξετάζεται ἡ ψυχή, ὁπότε ἡ ὁρατότητα σὲ σύγκριση εἶ­ναι µεταξὺ ἡµέρας καὶ νυκτὸς καὶ ἀπείρως µεγαλύτερη!

Ἡ συµπεριφορά µας, λοιπόν, οἱ ψυχοσωµατικὲς ἐνέργειές µας, δηλαδὴ ὁ χαρακτήρας µας, χαράσσονται καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶµα µας καὶ µᾶς προσδίδουν τὴν εἰκόνα ποὺ µᾶς ἐκφράζει καὶ ποὺ ἀνταποκρίνεται στὴ ζωὴ ποὺ κάνουµε. Γι’ αὐτό καὶ κατὰ τὴν Θ. Λειτουργία παρακαλοῦµε λέγοντες πρὸς τὸν Θεὸν «ἁγίασον ἡµῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώµατα».

Ἡ ἁπλῆ ψυχή, ποὺ ζεῖ σύµφωνα µὲ τὸ Θέληµα τοῦ Θεοῦ, µετα­δί­δει αὐτὴν τὴν ἁπλότητα καὶ στὸ σῶµα καὶ τὸ καθιστᾶ ἀµέριµνο, γαλήνιο καὶ ἀνενδεές. Ἡ ψυχὴ ποὺ ἐνεργεῖται ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπία τοῦ αὐτεξουσίου της, ἐρήµην τῶν Ὁδηγιῶν τοῦ Θεοῦ, µεταδίδει στὸ σῶµα της αὐτὴν τὴν ἰδιοτροπία, τὴν στριφνότητα, τὸ καθιστᾶ «στραγγαλιῶδες» (=δαιδαλῶδες), µὲ ἀποτέλεσµα τὴν ροπὴ σὲ κάθε µορφῆς ἀσθένεια. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν παραδοχὴ ποὺ κάνουµε ὅταν ψάλλουµε τὴν Παράκληση στὴν Παναγία µας «ἀπὸ τῶν πολλῶν µου ἁµαρτιῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶµα ἀσθενεῖ µου καὶ ἡ ψυχή».

Βεβαίως, ἀπὸ ἀσθένειες προσβάλλονται καὶ οἱ ἅγιοι, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ «περίκεινται ἀσθένειαν», ὡς ἀποτέλεσµα τῆς θνητότητος. Ὅµως ἡ αἰτία τῶν ἀσθενειῶν τῶν ἁγίων δὲν εἶναι ἀποτέλεσµα τῆς κακῆς λει­τουρ­γίας τῆς ψυχῆς τους ἀλλὰ ὀφείλονται εἴτε σὲ πειρασµὸ προκα­λού­µενον ἀπὸ τοὺς δαίµονες –τὸν ὁποῖο ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τοὺς λαµπρύνη, νὰ τοὺς προβάλη σὲ ὅλους µας ὡς παραδείγµατα ὑποµονῆς καὶ Πίστεως καὶ νὰ τοὺς δώση καὶ τὸν µισθὸν τοῦ µάρτυρος– εἴτε ὀφείλονται σὲ ἑκούσια ἀναδοχὴ ἐπιτιµίων τῶν πνευµατικῶν τους τέκνων.

Ἡ ἀλήθεια τῶν διατυπώσεών µας ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὶς ἀποκαλύψεις ποὺ µᾶς ἔκαµαν σύγχρονοι ἅγιοι Πατέρες µας ποὺ µετέσχον ἐµπειρικὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ ἐνῶ ἦσαν ἀκόµη ἐν ζωῇ. Ὁ ἅγιος Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, πλειστάκις ὁµίλησε γιὰ τὶς ἐπιπτώσεις τοῦ κακοῦ χαρακτῆρα, ὄχι µόνο στὴν ψυχὴ ἀλλὰ καὶ στὸ σῶµα. Μεταξὺ ἄλλων, ἔλεγε καὶ γιὰ τὴν ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς µας τὸν καρκῖνο, ὅτι πολλὲς φορὲς προκαλεῖται –ἰδίως στὶς γυναῖκες– ἐπειδὴ ἔχουν ἐ­γω­κεν­τρι­κὸ χαρακτῆρα καὶ θέλουν νὰ γίνονται ὅλα τὰ θελήµατά τους, σύµφωνα µὲ τὶς ἰδιοτροπίες τους! Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γέροντάς µας, ὁ π. Σίµων Ἀρβανίτης συχνὰ µᾶς περιέγραφε τὸ πῶς οἱ ἄτακτες κινή­σεις τῆς ψυχῆς µας κακοποιοῦν καὶ τὸ σῶµα µας. Χαρακτηριστικὰ µᾶς ἔλεγε: «Ἂν µπορούσατε νὰ ἰδῆτε τὶ ὑφίσταται τὸ στοµάχι ἀπὸ τὸν θυµό, δὲν θὰ θυµώνατε ποτέ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θυµώνη, τὰ γαστρικὰ ὑγρὰ πλήττουν σὰν µαστίγιο τὰ τοιχώµατα τοῦ στοµάχου καὶ τοῦ προκαλοῦν ἕλκη. Ἰδίως ὅταν ὁ ἄνθρωπος νηστεύη καὶ δὲν ἔχει ἰσχυρὸ περιεχόµενο τροφῆς τὸ στοµάχι του, τότε ἡ φθορὰ εἶναι πολὺ µεγαλύτερη». Καὶ κατέληγε: «Νηστεία καὶ θυµὸς εἶναι τὸ χειρότερο ποὺ µπο­ρεῖ νὰ κάνη ὁ ἄνθρωπος καὶ γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ γιὰ τὸ σῶµα του»!

Ἡ καθηµερινὴ συµπεριφορά µας, λοιπόν, διαµορφώνει «ἡµέρᾳ τῇ ἡµέρᾳ» τὸν χαρακτῆρα µας,χαράσσοντας καὶ στὸ σῶµα καὶ στὴν ψυχή µας αὐτὴν τὴν συµπεριφορά, ἡ ὁποία µὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου γίνεται συνήθεια. Καὶ ἡ συνήθεια γίνεται «δευτέρα φύσις» καὶ ἀποτυπώνεται βαθειὰ στὰ κύτταρά µας καὶ δηµιουργεῖ δρόµο “καλοστρωµένον”, ὥστε ἡ ψυχὴ νὰ ρέπη πολὺ πιὸ εὔκολα, δηλαδὴ νὰ τῆς φαίνεται φυσικὴ αὐτὴ ἡ συµπεριφορά, ἀφοῦ οἱ γραµµώσεις, τὰ χαράγµατα τοῦ σώµατος τὴν παρασύρουν χωρὶς κόπο στὴν ἐκδήλωσή της αὐτήν. Ἡ «ἕξις (ὡς) δευτέρα φύσις» εἶναι αὐτονόητο πὼς προξενεῖ µεγάλη δυ­σκολία στὴν ψυχή, ἀφοῦ ὁ καθένας µας πέραν τῶν δυσκολιῶν τῆς ψυχῆς µας ἔχουµε νὰ ἀντιµετωπίσουµε καὶ τὶς ροπὲς τῶν κυττάρων τοῦ σώµατός µας, ποὺ συνασπίζονται, δηµιουργῶντας «πλατείαν καὶ εὐ­­ρύ­­χω­ρον τὴν ὁδὸν» τῆς συµπεριφορᾶς µας, πού, τελικά, ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια.


Ἡ κακὴ σωµατικὴ κληροδοσία, ὀλισθηρὰ ὁδὸς τῆς ψυχῆς

Μετὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα γίνεται σαφὲς ὅτι τὸ ἄθροισµα τῆς συµπεριφορᾶς τοῦ καθενός µας, ποὺ ἐκδηλώνεται σὲ κάθε µας στιγµὴ ὡς χαρακτήρας µας, ἀποτελεῖ καὶ τὴν σωµατικὴ κληροδοσία ποὺ προ­σφέρουµε στοὺς ἀπογόνους µας κατὰ τὴν στιγµὴ τῆς συλλήψεώς τους. Οἱ πατέρες µέσῳ τοῦ σπέρµατός µας καὶ οἱ µητέρες µέσῳ τοῦ ὠαρίου τους. Τὰ σπερµατοζωάρια καὶ τὰ ὠάρια περιέχουν συµπυκνωµένη τὴν ἀποτύπωση τῆς συµπεριφορᾶς, δηλαδὴ τοῦ χαρακτῆρος τῶν γονέων, ὅπως ἔχει χαραχθεῖ στὸ κάθε κύτταρό τους ἕως ἐκείνης τῆς στιγµῆς καί, συνεπῶς, τὸ συλληφθὲν λαµβάνει ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ὡς σωµατικὴ κληρονοµία ἀπὸ τοὺς γονεῖς του τὸ ἄθροισµα τῶν κυτταρικῶν τους (=τῶν σωµατικῶν) καταγραφῶν καὶ τὶς ροπὲς ποὺ αὐτὲς οἱ καταγραφὲς συνεπάγονται καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν µας λαµβάνει ὡς κληρονοµίαµίαἄσπιλη, ἀµόλυντη καὶ παρθενικὴ ψυχή.

Στὸ σηµεῖο αὐτό, καθοριστικὸ λόγο ἔχει ἡ προαίρεση τοῦ ἄρτι συλληφθέντος ἐµβρύου. Δηλαδὴ ἡ ἐκλογὴ ποὺ θὰ κάνη µέσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κληρονοµουµένων στοιχείων, ὄχι µόνο τῶν γονέων –ποὺ εἶναι, βεβαίως, ἐντονώτερα– ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων προγόνων, ἁγίων καὶ ἀθλίων, τοῦ οἰκογενειακοῦ δένδρου.

Ἡ προαίρεση, ἡ προεκλογή, ἡ ἐπιθυµία τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιλέξη ποῦ θέλει νὰ ἀνήκη γίνεται µὲ τὸ αὐτεξούσιό του καὶ προηγεῖται τῆς γνώσεως καὶ τῶν πληροφοριῶν, ὅπως µᾶς ἀποκαλύπτει ἡ Ἁγία Γραφή: «πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακὸν (ἐκλέγει)» (Ἡσ. 7,16). Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος µᾶς διευκρινίζει ὅτι ἡ προαίρεση, «τὸ προαιρεῖσθαι τὸ ἀγαθὸν ἢ τὸ κακὸν εἶναι χαρακτὴρ τοῦ αὐτεξουσίου» («Τὸ γνῶθι σαὐτόν» σελ. 84) καὶ τὸ «αὐτεξούσιον εἶναι ὁ ἠθικὸς χαρακτὴρ παντὸς ἀνθρώπου» (ὅ.ἀ), δηλαδὴ ἐνεργεῖ ἀσχέτως τῆς λειτουργίας τοῦ ἐγκεφάλου. Ἐξ ἄλλου, ἐὰν γιὰ τὸ αὐτεξούσιον καὶ τὴν προαίρεση ἀπαιτεῖται ἐγκέφαλος, τότε µετὰ τὸν θάνατὸ µας, ποὺ ὁ ἐγκέφαλός µας σαπίζει, θὰ ἔπρεπε νὰ µὴν ἔχουµε πλέον αἴσθηση τῆς ὑπάρξεώς µας καὶ τῆς ζωῆς, τὸ ὁποῖο –τοὐλάχιστον γιὰ µᾶς τοὺς πιστοὺς– εἶναι ἀδιανόητον!

Ἡ ἐν συνεχείᾳ γνώση τοῦ ἀνθρώπου προσφέρεται γιὰ νὰ ἐνισχύ­ση τὴν κατὰ Θεὸν διαµόρφωση τῆς προαιρέσεως, ἀλλά, ὅπως ἔχει ἀπο­δει­χθεῖ πλέον καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡ γνώ­ση ὠφελεῖ µόνο τοὺς «σοφοὺς» καὶ ὄχι τοὺς «κακούς», δηλαδὴ τοὺς κακοπροαιρέτους, κατὰ τὸ Γραφικόν: «µὴ ἔλεγχε κακοὺς ἵνα µὴ µισήσωσί σε, ἔλεγχε σοφὸν καὶ ἀγαπήση σε» (Παροιµ. 9,8).

Οἱ διαφορετικὲς προαιρέσεις τῶν παιδιῶν µιᾶς οἰκογένειας εἶναι ἡ αἰτία ποὺ δὲν λαµβάνουν ὅλα τὰ ἀδέλφια τὰ ἴδια ψυχοσωµατικὰ στοι­­χεῖα τῶν γονέων τους, δηλαδή, οὔτε τὶς ροπὲς στὴν σωµατικὴ πα­­θο­­λο­γία τῶν γονέων τους, οὔτε τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ χαρακτῆρος τους. Γι’ αὐτὸ τὰ ἀδέλφια διαφέρουν µεταξύ τους, καὶ στὴν σωµατικὴ διάπλαση καὶ παθολογία, ἀλλὰ καὶ στὸν χαρακτῆρα, παρ’ ὅτι εἶναι παι­διὰ τῶν ἴδιων γονέων.

Αὐτὸ τὸ σηµεῖο θὰ τὸ ἀναπτύξουµε, σὺν Θεῷ, καὶ σὲ ἄλλες ἑνότητες τοῦ θέµατός µας γιατὶ ἔχει πολύπλευρη ἐπαλήθευση, ὡστόσο, σ’ αὐτὴν τὴν ἑνότητά µας τὸ θέσαµε πιὸ ἀναλυτικὰ διότι εἶναι καθοριστικὸ γιὰ τὸν προσδιορισµὸ τῆς κληρονοµικότητος. Βεβαίως, πρέπει νὰ τονισθῆ γιὰ πολλοστὴ φορὰ ὅτι οἱ γονεῖς ἐπιδροῦν γενετικὰ µό­νο στὸ σῶµα τοῦ νεοσυλληφθὲντος ἐµβρύου. Ὅµως ἂν ἡ σωµατικὴ καταγραφὴ τοῦ χαρακτῆρος τῶν γονέων εἶναι κακὴ ἐν σχέσει µὲ τὸ ὑγιὲς ποὺ ὁρίζει ὁ Θεός, στὴν περίπτωση αὐτὴ οἱ γονεῖς προβάλλουν διὰ τῆς σωµατικῆς κληροδοσίας τους ἐµπόδια στὴν ἄµεµπτη ψυχὴ τοῦ ἐµβρύου καὶ τὴν δυσκολεύουν, ἀφοῦ ἡ νέα καὶ ἄσπιλη ψυχὴ ἑνώ­νε­ται µὲ τὸ προσφερόµενο ἀπὸ τοὺς γονεῖς σωµατικὸ µέρος καὶ πα­ρα­σύ­ρεται –ἄπειρη οὖσα– νὰ ἐναρµονισθῆ µὲ τὶς στρεβλὲς γραµµώσεις, ποὺ οἱ ψυχὲς τῶν γονέων τοῦ νεοσυλληφθέντος ἔχουν χαράξει µὲ τὴν κακὴ λειτουργία τῆς ψυχῆς τους ἐπάνω στὰ κύτταρα τοῦ σώµατός τους τὰ ὁποῖα καὶ κληροδοτοῦν στὸ παιδί τους.

Ὅµως, πρὶν ὁλοκληρώσουµε αὐτὴν τὴν ἑνότητα πρέπει νὰ διευκρινήσουµε ὅτι ἡ κακὴ σωµατικὴ γονικὴ κληρονοµία µας –πέραν τῆς προαιρέσεώς µας ποὺ εἶναι καταλυτικὴ– µπορεῖ νὰ ἀποτιναχθῆ µὲ τὴν ἐνσυνείδητη κατὰ Θεὸν πορεία µας, µέχρι τοῦ σηµείου νὰ ἀλλάξη καὶ τὸ σωµατικό µας DNA, ἀφοῦ, ὅπως προείπαµε, τὸ σῶµα µας δὲν διαµορφώνεται χωρὶς τὴν λειτουργία τῆς ψυχῆς.

Στὸ σύγγραµµατῶν T.B. Franklin καὶ I.M. Mansuy «Epigenetic inheritance in mammals: evidence for the impact of adverse environmental effects», Neurobiol Dis, 39:61-65, 2010, ὅλα αὐτὰ ἐπιβεβαιώνονται. Διαβάζουµε:

«Τὸ ἐπιγονιδίωµα ἀντιπροσωπεύει τὸ σύνολο τῶν τροποποιήσεων τῆς χρωµατίνης. Πρόκειται γιὰ ἕνα βασικὸ µηχανισµὸ ρύθµισης τοῦ γονιδιώµατος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητος σὲ περιβαλλοντικὲς συνθῆκες, ἀντιδρᾶ ἄµεσα σὲ αὐτὲς καὶ συνίσταται σὲ τροποποιήσεις ἀφ’ ἑνὸς τῶν ἱστονῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ DNA, ποὺ ὀνοµάζονται µεθυλιώσεις, οἱ ὁποῖες ὅµως δὲν ἀλλάζουν αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τὴν ἀλληλουχία τῶν βάσεων. Ἡ µεθυλίωση εἶναι ἡ προσθήκη µιᾶς µεθυλοµάδας σὲ µιὰ βάση (συνήθως κυτοσίνη) καὶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσµα τὴ σίγαση τοῦ γονιδίου ποὺ περιέχει τὴ συγκεκριµένη βάση.

Μέχρι πρόσφατα ἡ ἐπιστηµονικὴ κοινότητα πίστευε ὅτι προκειµένου νὰ διασφαλίζεται ἡ κατάλληλη κυτταρικὴ ἀνάπτυξη καὶ διαφοροποίηση στὰ θηλαστικά, τὸ ἐπιγονιδίωµα διαγραφόταν πλήρως ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά. Ὡστόσο, αὐτὴ ἡ ἀντίληψη ἔχει καταρριφθεῖ ἀφοῦ ἀρχίζουν νὰ ἐµφανίζονται µὲ µεγάλη συχνότητα ἀναφορὲς ποὺ δείχνουν ὅτι οἱ ἐπιγενετικὲς τροποποιήσεις κληρονοµοῦνται.

Ἕνα ἀπὸ τὸ πολλὰ παραδείγµατα ἀποτελεῖ τὸ πείραµα τῆς ὁµάδας τοῦ Roth [Roth, T.L., et al., 2009. Lasting epigenetic influence of early-life adversity on the BDNF gene. Biol. Psychiatry] οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλαν νεογέννητα ποντίκια σὲ κακοποίηση βάζοντάς τα στὸ ἴδιο κλουβὶ µὲ ἄλλο θηλυκὸ ποντίκι ποὺ δὲν ἦταν ἡ βιολογική τους µητέρα. Τὰ νεογέννητα αὐτὰ ποντίκια παρουσίασαν µειωµένη ἔκφραση τῆς πρωτεΐνης BDNF ἡ ὁποία ὀφείλετο στὴν αὐξηµένη µεθυλίωση τοῦ ἀντίστοιχου γονιδίου. Οἱ ἀπόγονοι τῶν θηλυκῶν ποὺ εἶχαν ἐκτεθεῖ σὲ κακοποίηση κατὰ τὰ πρῶτα στάδια τῆς ζωῆς τους, παρουσίασαν ἐπίσης αὐξηµένη µεθυλίωση τοῦ γονιδίου BDNF.

Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ἕνας περιβαλλοντικὸς παράγοντας µπορεῖ νὰ µεταβάλει τὸν τρόπο ποὺ λειτουργεῖ τὸ γενετικὸ ὑλικὸ καὶ αὐτὴ ἡ µεταβολὴ µετατρέπεται σὲ κληρονοµήσιµο χαρακτηριστικὸ τὸ ὁποῖο περνάει στὴν ἑπόµενη γενεά».

Τὸ ἐπιστηµονικὸ πειραµατικὸ εὕρηµα ποὺ παραθέσαµε, ἐπιβεβαι­ώνει τὴν ἀλήθεια, ποὺ ἡ Ἐκκλησία µας ἐδῶ καὶ χιλιετίες διακηρύσσει ἀλλὰ καὶ ἔχει ἀποδείξει στὴν πράξη, ἀφοῦ τελῶνες, πόρνες, κακοποιοί, δολοφόνοι, µὲ τὴν µετάνοιά τους καὶ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ χαρακτῆρα τους, ἔγινανἅγιοι.

Δηλαδή, ἡ σύγχρονη ἐπιστήµη συµφωνεῖ καὶ δικαιώνει τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἐκκλησία µας, ἀφοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι µὲ τὴν ἀγωγὴ καὶ τὴν ἀλλαγὴ συνθηκῶν καὶ συνηθειῶν ἀλλάζει ἀκόµη καὶ τὸ σωµα­τικό µας DNA!


----------------------------------------------------------------
πηγή: «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 156-157

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ; (α΄μέρος)


(π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Oἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας μιλοῦν καθημερινὰ για τὴν κληρονομικότητα σὰν νὰ εἶναι κάτι πού τὸ γνωρίζουν πολὺ καλά, σὰν νά πρόκειται γιά μιά πραγματικότητα ἀποδεδειγμένη καί, μάλιστα, ἐντελῶς ἐξακριβωμένη, ἀναμφισβήτητα ἀποδεκτὴ ἀλλά, συνάμα, καὶ κυριαρχικὴ καὶ ἀναπόφευκτη!

Μιλοῦν χωρὶς λογικὴ συνεχῶς γιὰ τὴν Κληρονομικότητα ἐπει­δὴ βομβαρδίζονται καθημερινά μέ κατασκευασμένες πληροφορίες γι’ αὐτήν, καί, ὅπως εἶναι φυσικό, τὸ ἀκατάσχετο πλῆθος τῶν πλη­ρο­­φο­ριῶν ἐπιβάλλει στήν πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων μιά ἐπίπλαστη βεβαιότητα, ποὺ τοὺς ἀφαιρεῖ τὴν ἀνάγκη νὰ διερωτηθοῦν, νὰ προ­βλη­ματισθοῦν καὶ νά ἀμφισβητήσουν. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος πού στερούμεθα ἀληθινῶν ἀπαντήσεων. Μὲ αὐτὴν τὴν πληθώρα τῶν χαλ­κευμένων πληροφοριῶν, μᾶς ἔχουν στερήσει τὴν δυνατότητα νὰ θέ­τουμε ἐρωτήματα!

Ὁ θανάσιμος κίνδυνος τῆς ἐποχῆς μας εἶναι αὐτός. Ἡ αὔξηση τῆς πληροφορίας καὶ ἡ ἐλαχιστοποίηση τῆς γνώσεως, ἀφοῦ τὸ πλῆθος τῶν πληροφοριῶν καί, μάλιστα, ὅταν αὐτὲς παρέχονται μετὰ “κρότου” καὶ ἐπισημότητος, οὐσιαστικὰ ἀπαγορεύουν στούς ἀνθρώπους τὴν σκέψη καὶ τὴν ἐρώτηση. Τοὺς ἐπιβάλλουν τὴν πληροφορία σὰν τὴν μόνη ἀλήθεια!


Ἡ Κληρονομικότητα - ταμπού

Ἡ λέξη, λοιπόν, Κληρονομικότητα ἔχει ἐπιβληθεῖ στά πλήθη σὰν “ταμποὺ” ἀπὸ τοὺς τιτλοφόρους ἐπιστήμονες, ἰδιαιτέρως δὲ ἀπὸ τοὺς ψυχιάτρους καὶ τοὺς ψυχολόγους καί, συνεχῶς, ὅλο καὶ περισσότερο ἐπιβάλλεται μέ τίς κατὰ καιροὺς ἐπιστημονικοφανεῖς Ἀνακοινώσεις τῶν Περιοδικῶν καὶ τῶν Ἐφημερίδων, κυρίως δὲ τῶν Μ.Μ.Ε. Μόνη της αὐτὴ ἡ λέξη φαντάζει σὰν νὰ τὰ λέη ὅλα καὶ δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ ρωτήση κάτι περισσότερο.

Ἀφοῦ, ὅμως, πρόκειται γιά τόσο γνωστὸ καὶ ξεκαθαρισμένο ζήτημα, τὶ εἶναι, ἐπὶ τέλους, ἡ Κληρονομικότητα; Οἱ ἀπαντήσεις ποὺ λαμβάνουμε στὸ ἐρώτημά μας αὐτό, ὅσες καὶ ἂν εἶναι αὐτὲς καὶ ἀπὸ ὅπου καὶ ἂν προέρχονται, ἔχουν σὰν συνισταμένη τους τὸν τίτλο: «Κληρονομικότητα. Προῖκα ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε»!

Μὲ τέτοια, λοιπόν, καὶ τόσο πολύπλευρη καὶ συντονισμένη προ­παγάνδα δέν εἶναι νά ἀπορῆ κανεὶς γιά τὴν ἐξάπλωση αὐτῆς τῆς παραδοχῆς. Ὡστόσο, ἂν κάποιος θελήση νά προχωρήση σὲ μιά δική του ἔρευνα, γιά νά γνωρίση ἀπὸ κοντὰ ποιά εἶναι τὰ πραγματικὰ ἐπιστημονικὰ δεδομένα, στά ὁποῖα στηρίζεται ὅλο τὸ οἰκοδόμημα πού λέγεται «κληρονομικότητα» θὰ διαπιστώση ὅτι ἡ στήριξή του εἶναι μιά αὐθαίρετη παραδοχή, ὅτι ἡ κληρονομικότητα εἶναι κληρονομική! Δηλαδή, ἡ στήριξη ὅλης τῆς θεωρίας εἶναι ἕνα λογικὸ σφᾶλμα, «τὸ σφᾶλμα τῆς λήψεως τοῦ ζητουμένου»!

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀποκαρδιωτικὰ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη συνείδηση πού ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργῆ τὴν λογική της καὶ δέν ἔχει παύσει νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν Θεία της Λειτουργία. Εἶναι ἀποκαρδιωτικὴ μιά ἀναγκαστική κληρονομικότητα, χωρὶς τὴν δυνατότητα ἀποποιήσεως αὐτῆς τῆς κληρονομίας! Ἡ ἄσοφη, ὅμως, ἀνέρευνη, ἀσυλλόγιστη καὶ ἀπάνθρωπη σημερινὴ ἐπιστήμη, δὲν ἔχει πιὰ τὴν εὐαισθησία νὰ ἐνδιαφερθῆ γιά τὶς ἐπιπτώσεις της στίς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ –ὡς κοσμοείδωλο πού ἔχει καταντήσει– δέν ἐνδιαφέρεται καὶ πολὺ γιά τὴν πραγματικὴ ἀλήθεια ἀλλὰ βιάζεται νά παραπλανήση τοὺς πιστοὺς ὀπαδοὺς της καὶ νά ἐξυπηρετήση τίς σκοπιμότητες τῆς σύγχρονης ἰδεολογίας: «Ὅλα εἶναι προδιαγεγραμμένα ἀπὸ τὴν Κληρονομικότητα»!

Τὸ περίεργο εἶναι τὸ πῶς ἀποδέχονται αὐτὸ τὸ «κισμέτ», τὸ πεπρωμένο-κληρονομικότητα, οἱ ἄνθρωποι τοῦ αἰῶνος μας, ποὺ κόπτονται για τὴν ἐλευθερία καὶ ἀποτινάσσουν ὅλους τοὺς δεσμούς, ἀκόμη καὶ τοὺς πιὸ ἱεροὺς καὶ ἐγκάρδιους καὶ ἀκόμη περισσότερο περίεργο καὶ ἀποκαρδιωτικὸ εἶναι τὸ πῶς ἀποδέχονται οἱ Χριστιανοὶ –καὶ μάλιστα οἱ Κληρικοὶ μας– μιά θεωρία τόσο ξένη ἀλλὰ καὶ ἀντιτιθεμένη σὲ ὅσα ὁ Θεὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία Του μᾶς ἔχουν ἀποκαλύψει ὡς ὄντως συμβαίνοντα.


Ἡ Κληρονομικότητα, τὸ “ἐπιστημονικὸ” ἐπιχείρημα τῆς ἀνευθυνότητος

Ἂν θελήσουμε νά ἐρευνήσουμε πόσο πραγματικὰ γνωρίζει ἡ σημερινὴ ἐπιστήμη τὸ θέμα τῆς Κληρονομικότητος θὰ ἐκπλαγοῦμε διαπιστώνοντας ὅτι ἡ περισσότερη γνώση της στηρίζεται σὲ αὐτό πού ἡ σύγχρονη πολιτικοποιημένη φιλοσοφία ἔχει ἐπιβάλλει ὡς δόγμα: Ὁ κάθε ἄνθρωπος δέν εὐθύνεται γιὰ τίποτα. Ὅλα εἶναι θέμα γονιδίων, ὅλα εἶναι προδιαγεγραμμένα στὸ DNA του ἀπὸ τὴν Κληρονομικότητά του!

Ἡ φιλοσοφία –δηλαδὴ ὁ αὐθαίρετος ἀνθρώπινος στοχασμός– ἡ ὁποία μὲ διάφορες μορφὲς σὲ κάθε ἐποχὴ ἀντιστρατεύεται τὴν Ἀποκάλυψη τῆς Ἀληθείας καὶ γι’ αὐτὸ πολεμήθηκε μέ θεία φλόγα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ (καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριον τὸν Παλαμᾶν), ἔλαβε στήν ἐποχὴ μας συνεπίκουρο τὴν ἐπιστήμη καί, κρυπτομένη μέσα σ’ αὐτήν, τῆς ὑπαγορεύει τίς φαντασιώσεις της, ποὺ ἀποσκοποῦν στό νά πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι οὔτε Θεὸς ὑπάρχει, οὔτε ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπεύθυνος γιά τὶς πράξεις του καὶ τὴν ζωή του!

Χρειάζονται εἰδικὲς μελέτες γιά νά καταδειχθῆ τὸ πῶς ἡ φιλοσοφία τῶν ἡμερῶν μας, ὡς ἐξουσιαστικὴ δύναμη, ταυτίσθηκε μέ τὴν πολιτικὴ ἐξουσία καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει ἀποκτήσει σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸν ἔλεγχο ὅλων τῶν ἐπιστημῶν, τὶς ὁποῖες καὶ χρηματοδοτεῖ ἀναλόγως τοῦ πῶς αὐτὲς καὶ ποιοί ἐπιστήμονές της ἐξυπηρετοῦν τὸ θεωρούμενο ὡς «πολιτικὰ ὀρθόν», μὲ τὴν ἔννοια ποὺ προαναφέραμε. Ἐμεῖς, ὅμως, θὰ ἐπικεντρωθοῦμε μόνο στὴν Κληρονομικότητα καὶ γιατὶ πρέπει νὰ δοῦμε ἀπὸ κοντά τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ ἔχει φέρει ἡ πολιτικὴ φιλοσοφία στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἀποδεδειγμένη ἐπιστήμη, ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ καὶ γιατί ἡ ἰσχύουσα περὶ τῆς Κληρονομικότητος πλάνη, εἶναι τὸ στρατηγεῖο, ποὺ τροφοδοτεῖ μὲ ψεύδη τὴν Ἰατρική, τὴν Βιολογία καὶ τὴν Ψυχιατρική, ἐπιστῆμες, δηλαδή, καίριες καὶ ἀποφασιστικῆς σημασίας γιὰ τὴν στήριξη ἢ γιὰ τὸν κλονισμὸ τῶν ἀνθρώπων.


Ἡ Κληρονομικότητα μεταβιβάζεται στὴν ψυχὴ ἢ στὸ σῶμα;

Ἂς θέσουμε, λοιπόν, τὸ καίριο ἀλλὰ καὶ τὸ κύριο ἐρώτημα γιὰ τὸ θέμα πού, ἐξετάζουμε, τὸ ὁποῖο –παραδόξως– δὲν ἔχει τεθεῖ μέχρι σήμερα –ὅσο, τοὐλάχιστον, γνωρίζουμε– οὔτε φαίνεται νὰ ἔχη ἀπασχολήσει, ἀκόμη καὶ τοὺς Χριστιανοὺς Ἰατροὺς καὶ Ψυχιάτρους: Ἡ Κληρονομικότητα μεταδίδεται στοὺς ἀπογόνους, μέσῳ τῆς ψυχῆς ἢ μέσῳ τοῦ σώματος; Ἢ, μέσῳ καὶ τῶν δύο;

Ὅπως γνωρίζουμε, ὁ ἄνθρωπος ἀπαρτίζεται ἀπὸ σῶμα καὶ ψυχή. Αὐτὸ γίνεται ἀποδεκτό, ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς πιστούς, δὲν γίνεται, ὅμως ἀποδεκτὸ ἀπὸ τοὺς ἀθεϊστάς. Ὁπότε ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἐρωτήματος διαφαίνεται πὼς ἡ συζήτησή μας πρέπει νὰ περιορισθῆ ἀποκλειστικὰ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων –ἐπιστημόνων ἢ μὴ– οἱ ὁποῖοι εἶναι χριστιανοί, χωρίς, βεβαίως, νὰ ἀποκλείεται τὸ ἐνδιαφέρον καὶ μὴ πιστῶν ἀνθρώπων γι’ αὐτὴ τὴ συζήτηση.

Γιὰ τοὺς πιστοὺς ἀνθρώπους, ποὺ γνωρίζουν καλὰ τὴν Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποὺ θέσαμε εἶναι εὔκολη καὶ σαφής: Ἡ Κληρονομικότητα μεταδίδεται στὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους μέσῳ τῶν σωμάτων τῶν γονέων στὸ σῶμα τοῦ παιδιοῦ τους. Ὁ πατέρας μεταδίδει, μέσῳ τοῦ σπέρματός του, τὴν Κληρονομικότητα ὅπως τὴν ἔχει αὐτὸς διαμορφώσει καί μὲ τὴν προσωπική του ζωὴ καὶ ἡ μητέρα τὸ ἴδιο, μέσῳ τοῦ ὠαρίου της. Ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ἑνώνεται ἐξ ἄκρας συλλήψεως μὲ τὸ συλληφθὲν ἔμβρυο, δὲν προέρχεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς ἀλλὰ προέρχεται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ εἶναι ἀμεταχείριστη, ἀναμάρτητη καὶ χωρὶς ἐπίγεια Κληρονομικότητα.

Γιὰ τὴν προέλευση τῆς ψυχῆς στὸν κάθε ἄνθρωπο, ὁ βαθὺς ἐπιστήμων Θεολόγος ἅγιος Νεκτάριος ἔχει συνοψίσει τὴν ἁγιοπατερικὴ Θεολογία καὶ μᾶς ὁδηγεῖ ἀπλανῶς. Διαβάζουμε ἐνδεικτικὰ ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Ὑποτύπωσις περὶ Ἀνθρώπου»: «Ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἔλαβεν ἀπὸ τῆς γῆς, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτὸς δίδωσι, κτίσας, δημιουργήσας, οὐκ ἐκ τῆς ἰδίας οὐσίας ἐκβαλῶν ἵνα ὅταν ἀποθάνῃ τὸ σῶμα ἢ ὁ ἄνθρωπος, μὴ ἀπογνῶμεν τῆς ψυχῆς… Τὶ γὰρ ὅτι ἐτάφη ἐν τάφῳ τὸ σῶμα; Μὴ προσδοκήσῃς ἐκεῖ εἶναι καὶ τὴν ψυχήν. Οὐ γὰρ ἀπὸ γῆς ἐλήφθη οὐδὲ εἰς γῆν ἀπέρχεται». 

Ὁ δὲ Μ. Βασίλειος σύνθετον δοξάζει τὸν ἄνθρωπον ἐκ σώματος γηΐνου καὶ ψυχῆς Οὐρανίας. Ταὐτὸν «Σύνθετος ὁ ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος∙ ἡ σὰρξ ἀπὸ γῆς, ἡ ψυχὴ Οὐρανία». 

Ὁ θεηγόρος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει: «Ὁ τῶν ὅλων Δημιουργὸς τὸν ἄνθρωπον μὲν ἔπλασεν ἀπὸ τῆς γῆς, ἤτοι τὸ σῶμα∙ ψυχώσας δὲ αὐτὸ ψυχῇ ζώσῃ καὶ νοερᾷ, καθ’ ὃν τρόπον οἶδε, παντὸς ἀγαθοῦ πράγματος ἔφεσίν τε καὶ γνῶσιν ἐγκατεβάλετο φυσικῶς αὐτῷ». 

Ὁ Φιλόσοφος καὶ Ὁμολογητὴς Μάξιμος λέγει: «Ψυχῆς μὲν οὖν γένεσις ἐξ ὑποκειμένης ὕλης οὐ γίνεται, καθάπερ τὰ σώματα, ἀλλὰ τῷ βουλήματι τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ζωτικῆς ἐμπνεύσεως ἀρρήτως τε καὶ ἀγνώστως, ὡς οἶδε μόνος ὁ ταύτης Δημιουργός». 

Ὁ σοφώτατος Φώτιος λέγει: «Διὰ τοῦ πνεύματος, ἤτοι τοῦ ἐμφυσήματος προσεχῶς ἡ τοῦ ἀνθρώπου δεδημιούργηται ψυχή». 

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «Ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ τὸν ἡμέτερόν ποτε προπάτορα κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἑαυτοῦ κτίσας, κακίαν οὐδὲ μίαν ἐνέθηκεν αὐτῷ, ἀλλὰ μετὰ τῆς ψυχῆς ἐνέπνευσεν αὐτῷ καὶ τήν τοῦ Θείου Πνεύματος Χάριν, συντηροῦσαν αὐτὸν ἐν καινότητι, καὶ περιέπουσαν αὐτῷ τὴν ὁμοίωσιν». 

Καὶ ὁ ἱερὸς Θεοδώρητος: «Τὸν ἄνθρωπον, λέγει, ἐξ ὄντων καὶ μὴ ὄντων ἐποίησεν (ὁ Θεὸς) τὸ μὲν γὰρ σῶμα διέπλασε χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς, τὴν δὲ ψυχὴν ἐκ μὴ ὄντων ἐδημιούργησε… καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν. Ἐκεῖνο δὲ τὸ φύσημα, οὐ μέρος τι τῆς Θείας Οὐσίας φαμέν, …ἀλλὰ τῆς ψυχῆς τὴν φύσιν διὰ τοῦτο σημαίνεσθαι λέγομεν, ὅτι πνεῦμά ἐστιν ἡ ψυχὴ λογικόν τε καὶ νοερόν». 

Καὶ καταλήγει ὁ ἅγιος Νεκτάριος: «Ταύτην ἡ Ἐκκλησία περὶ ψυχῆς καὶ σώματος παρὰ τῶν θείων λόγων ἐδιδάχθη δόξαν».


Τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα κληροδοτεῖται μόνο μέσῳ τοῦ σώματος

Ἐπεκτείνοντας τὴν Ἀλήθεια αὐτὴν τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι δηλαδή, λαμβάνουμε ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας τὸ σῶμα μας καὶ τὴν μέσα σ’ αὐτὸ καταγεγραμμένη στὰ κύτταρα καὶ στὴν ὅλη σύστασή του Κληρονομικότητα, ἀπὸ δὲ τὸν Θεὸ λαμβάνουμε τὴν ἀκληρονόμητη, ἀναμάρτητη καὶ ἄμεμπτη ψυχή μας, εἶναι εὐνόητο τὸ συμπέρασμα ὅτι καὶ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα δὲν μᾶς τὸ κληροδοτεῖ ὁ Θεός, δὲν κληρονομεῖται ἀπὸ τὴν ψυχή μας, ἀλλὰ μᾶς τὸ κληροδοτοῦν μέσῳ τοῦ σώματός μας οἱ γονεῖς μας. Γι’ αὐτό, ἐνῶ τὸ σῶμα μας, τὸ ὁποῖο ἔχει –σὺν τοῖς ἄλλοις– κληρονομήσει καὶ τὴν διαδοχὴ τοῦ ἐπιτιμίου τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, πεθαίνει, ἡ ψυχὴ μας, ὡς ἐλευθέρα τοῦ ἐπιτιμίου αὐτοῦ παραμένει ἀθάνατη. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀπόλυτη ἀναμαρτησία τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ἐνῶ εἶχε κληρονομήσει τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα στὸ σῶμα της, ἡ ψυχὴ της ἔμεινε παντελῶς ἀναμάρτητη, «ἄσπιλη, ἀμόλυντη, ἄφθορη, ἄχραντη», ἀκίνητη καὶ προσηλωμένη στὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ.


Τὶ εἶναι, τελικά, ἡ Κληρονομικότητα;

Μετὰ τὰ ὅσα ἐκθέσαμε, πιστεύουμε ὅτι ἔγινε φανερό πὼς δὲν εἶναι καὶ τόσο γνωστὸ καὶ τόσο ἁπλὸ θέμα, τὸ θέμα τῆς Κληρονομικότητος, οὔτε δικαιολογεῖται ἡ σιγουριά μὲ τὴν ὁποία ἀποφαίνονται πολλοὶ καί, μάλιστα, οἱ Ψυχίατροι. Ἡ ἐξιχνίαση τῆς Κληρονομικότητος δὲν μπορεῖ νὰ γίνη μόνο μὲ τὴν παρατήρηση, τὴν χαρτογράφηση τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τὰ ἐργαστηριακὰ δεδομένα τῶν εἰδικοτήτων τῆς Ἰατρικῆς, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται ἡ καθοδήγηση καὶ ἡ ἐποπτεία τῆς Θεολογίας σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἔρευνα.

Τὶ εἶναι, λοιπόν, ἡ περιλάλητη Κληρονομικότητα; Δὲν θὰ ἀπαντήσουμε μὲ τὸ ἄρθρο μας αὐτὸ στὸ κρίσιμο γιὰ ὅλους ἐσᾶς τοὺς ἀναγνῶστες μας ἐρώτημα, γιατὶ πρέπει νὰ ἁρμολογήσουμε τὸ οἰκοδόμημά μας μὲ πολλὴ προσοχή. Βέβαια, ἄρχισε ἤδη νὰ διαφαίνεται ὁ τρόπος ποὺ ἐπιχειροῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὸ θέμα. Ὅμως, πρέπει νὰ καταθέσουμε ἀκόμη πολλὰ δεδομένα τῆς Θεολογίας μας ἀλλὰ καὶ τῆς Βιολογίας καὶ τῆς Νευροεπιστήμης καί μὲ ἀργὸ βηματισμὸ νὰ βγάλουμε τὰ συμπεράσματά μας. (συνεχίζεται)

----------------------------------------------------
πηγή: περιοδικό "Ενοριακή Ευλογία", τεύχος 154-155
(Το περιοδικό εκδίδει ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Πευκακίων)

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ ΤΟ ΦΥΛΟ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


π. Βασίλειος Βολουδάκης

Μέ τά ὅσα ἔχουμε γράψει γιά τήν ἀδιαίρετη ἀνθρώπινη ψυχή καί τίς περιπέτειες καί περιπλανήσεις της μετά τήν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ὅταν πιά διχοτομημένη σέ δύο φύλα δραστηριοποιήθηκε καί δραστηριοποιεῖται σάν ἀνδρική καί γυναικεία συμπεριφορά, ἔχει καταδειχθῆ -μέ τή χειραγώγηση καί τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου- ὅτι ὁ γάμος δύο ἐτερόφυλων, μέ τίς προδιαγραφές τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀποσκοπεῖ στήν ἐπανένωση τῆς διχοτομημένης ἀνθρωπίνης φύσεως.

Γι’ αὐτό πρέπει νά προσεγγίσουμε, πέρα ἀπό τίς ὁδηγίες- κλειδιά τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου, καί ἄλλες ἐπεξηγηματικές του συστάσεις, πού διαβάζονται στό Μυστήριο τοῦ Γάμου, γιατί ἡ κατά Θεόν ἀποκατάσταση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς προϋποθέτει τή βίωση ἀπό τόν καθένα μας ὅλων τῶν ὑγιῶν ἰδιοτήτων πού ἔχουν διασωθεῖ καί στά δύο φῦλα.


«Ὁ ἀγαπῶν τήν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτόν ἀγαπᾶ»

Ἡ πρώτη σπουδαία ἐπεξηγηματική σύσταση τοῦ ἁγίου Παύλου εἶναι αὐτή πού παρατίθεται στούς στίχους πού ἀκολουθοῦν: «Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τάς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τά ἑαυτῶν σώματα.

Ὁ ἀγαπῶν τήν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτόν ἀγαπᾶ· οὐδείς γάρ ποτε τήν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ’ ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν καθώς καί ὁ Κύριος τήν Ἐκκλησίαν» (Έφεσ. 5, 28-29).

Δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξη πιό ἐκφραστική ἀναφορά στήν ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνδρας νά συνειδητοποιήση πώς ἄν πράγματι ἀγαπάει τόν ἑαυτό του καί ποθεῖ τήν ἀποκατάσταση τῆς ψυχικῆς του ἀρτιότητος θά πρέπει νά βγῆ ἀπό τό λήθαργο τοῦ φύλου του ἀγαπῶντας τήν γυναῖκα του, ὥστε μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀφυπνίση τόν κοιμισμένο συναισθηματικό του κόσμο!

Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου σημαίνει ἀφυπνίζω τό ναρκωμένο ἀπό τόν ἐγωϊστικό «αὐτισμό» συναίσθημά μου καί ἐνεργῶ τήν ἀγάπη. Ἐπαναλειτουργῶ μέ τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἐγρήγορσή μου γιά τίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς τοῦ ἄλλου τόν «σκουριασμένο» ψυχικό μηχανισμό μου καί τόν συνδέω μέ τίς διανοητικές καί ἐγκεφαλικές μου λειτουργίες, πού μέχρι τότε λειτουργοῦσαν αὐτόνομα.

Ἀγαπώ τόν ἑαυτό μου σημαίνει πώς μαθαίνω στόν ἑαυτό μου νά ἀγαπᾶ, νά ἔρχεται πρός τόν ἄλλον. Ἀγαπᾶ ὁ ἄνδρας τόν ἑαυτό του ὅταν ἔρχεται καί πλησιάζει τή γυναῖκα του ὄχι μόνο γιά νά συναντήση τό σῶμα της ἀλλά καί γιά νά γνωρίση τήν ψυχή της, πού διασώζει πολλά στοιχεῖα τῆς ἀδιαίρετης ἀνθρώπινης ψυχῆς πού ὅμως, ἔχουν ναρκωθεῖ στήν ψυχή τοῦ ἄνδρα. Ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου σημαίνει πώς δέν νοιώθω ἔλλειψη ἀγάπης, γιατί ἔλλειψη ἀγάπης νοιώθει μόνο ἐκείνος πού δέν ἀγαπᾶ τούς ἄλλους.

Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος ὑπογραμμίζει στούς ἄνδρες ὅτι κανείς ἄνθρωπος δέν μίσησε τή σάρκα του ἀλλά τήν φροντίζει καί τήν περιποιεῖται. Καί συμπληρώνει ὅτι ἔτσι ὀφείλουν καί οἱ ἄνδρες νά ἀγαποῦν τή γυναῖκα τους σάν τό σῶμα τους. Αὐτά τούς τά γράφει γιά νά καταλάβουν πώς ἡ γυναῖκα τοῦ κάθε ἄνδρα, ἡ μοναδική γιά κάθε ἄνδρα γυναῖκα, εἶναι καί ἡ μοναδική του εὐκαιρία γιά νά ὁλοκληρωθῆ σάν ἄνθρωπος, σάν προσωπικότητα.

Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τή γυναῖκα. Ἔχει τή μοναδική εὐκαιρία μέσω τῆς σχέσεώς της μέ τόν μοναδικό ἄνδρα της νά ἐνεργοποιήση τά στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς ψυχῆς της πού ἔχουν παραλύσει ἀπό τό ἀκατάσχετο συναίσθημά της καί τίς ἀκραῖες -μεταξύ ὑπερευαισθησίας καί σκληρότητος- συνέπειές του. Μόνο πού αὐτή τήν ἐνεργοποίηση τῆς ἀνδρείας πλευρᾶς τῆς ψυχῆς της θά τήν πετύχη μέ διαφορετικό τρόπο ἀπ’ ὅτι ὁ ἄνδρας. Δηλαδή όχι μέ ἀφύπνιση ἀπό τό λήθαργο, ὅπως αὐτός ἀλλά μέ ἀναχαίτιση καί καταστολή τῆς ὑπερενεργητικότητός της καί τῆς ἀκατάπαυστης μέριμνάς της γιά τά πάντα.

Μόνο μέ αὐτή τήν καταστολή τῆς γυναικώδους μανίας θά μπορέση νά δῆ πραγματικά τόν ἄνδρα της μέ ἐκτίμηση, σεβασμό καί θαυμασμό, ἐφ’ ὅσον βεβαίως καί αὐτός ἔχει φροντίσει νά κάνη τά βήματα πού προείπαμε.


«Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα»

Μέ αὐτή, λοιπόν, τήν προϋπόθεση τελικά θά καταλάβουμε τό νόημα τῆς δεύτερης ἐπεξηγηματικῆς συστάσεως τοῦ Άποστόλου Παύλου πρός τή γυναῖκα «Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα». Ὁ «φόβος» πού συνιστᾶ στή γυναῖκα δέν εἶναι τρόμος καί φοβία ἀλλά εἶναι «ἀρχή σοφίας», σωφροσύνης, ἀφοσιώσεως καί παραδοχῆς τοῦ ἄνδρα της.

Ἄν, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου», ὁ φόβος τῆς γυναίκας γιά τόν ἄνδρα της -μέ τήν ἐρμηνευτική τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ὄχι μέ τά ἑρμηνευτικά λεξικά- σημαίνει τήν προϋπόθεση πού εἶναι ἀπαραίτητη στή γυναῖκα γιά νά γνωρίση πραγματικά τόν ἄνδρα της καί νά ριζωθῆ μέ ὅλη τήν ὕπαρξή της βαθειά μέσα στήν ψυχή του.

Ἡ Ἁγία Γραφή δέν εἶναι ρατσιστική, οὔτε ταξική. Εἶναι ἀποκαλυπτική καί θεραπευτική. Μᾶς ἀποκαλύπτει τίς παθήσεις τῆς ψυχῆς μας, τῆς κάθε ψυχῆς, κάθε φύλου, ἀλλά καί τό πῶς θά βροῦμε τήν ὑγεία μας.

Ὅταν συνιστᾶ ὁ Θεός στή γυναῖκα μέ τό στόμα τοῦ ἁγίου Παύλου ὅτι πρέπει αὐτή νά «φοβῆται» τόν ἄνδρα της οὐσιαστικά τήν προτρέπει νά ἀναχαιτίση τήν ὁρμή -μέ τήν ὁποία, συνήθως, ἀντιμετωπίζουν οἱ γυναῖκες τούς ἄνδρες- νά φερθῆ μέ συστολή, ὥστε νά μπορέση ὁ ἄνδρας νά ἐκφράση μέ ἄνεση καί χωρίς ψυχική πίεση τά αἰσθήματά του, γιατί ἀλλιῶς, χωρίς δηλαδή νά προηγηθῆ ἡ συστολή τῆς γυναίκας, οἱ ἄνδρες ἔχουν μεγάλη δυσκολία νά ἐκφρασθοῦν ψυχικά.

Τό σημεῖο αὐτό ἔχει καθοριστική σημασία στή σχέση τοῦ ζευγαριοῦ, παρά ταῦτα, ὅμως, ἀντιμετωπίζεται μέ μεγάλη ἐπιπολαιότητα καί στό ἄκουσμα τῆς φράσεως «Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα» στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τοῦ γάμου, οἱ γυναῖκες, ἀντί νά λάβουν τό σωστό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας, πατᾶνε τό πόδι τοῦ γαμπροῦ ὑποδηλώνοντας ὅτι αὐτές θά ἔχουν τό «πάνω χέρι» στή σχέση καί θά «τσακίσουν» τόν ἐτσιθελισμό τοῦ ἄνδρα.

Ὅμως, ὁ ἐτσιθελισμός τῶν ἀνδρῶν ἐκτρέφεται καί ἐνισχύεται ἀπό τήν αὔξηση τῆς ὁρμητικότητος τῶν γυναικῶν καί ἔτσι δέν ὑπάρχει περίπτωση νά γίνη ἡ ἀφύπνιση τοῦ ἀνδρικοῦ συναισθήματος. Εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νά ἔχης τό «πάνω χέρι» στή σχέση, πρᾶγμα τό ὅποῖο τελικά κουράζει καί γερνάει ψυχικά τίς γυναῖκες καί ἄλλο τό νά ἀφυπνίσης τόν κοιμισμένο ἀλλά πλούσιο συναισθηματικό κόσμο τοῦ ἄνδρα σου καί νά νοιώσης τή σιγουριά, τήν ἀσφάλεια καί τή θαλπωρή, δηλαδή τίς προϋποθέσεις πού κάνουν τή γυναῖκα νά “λουλουδίζη” καί νά καρποφορῆ.

Πρέπει νά καταλάβουν οἱ γυναῖκες ὅτι αὐτό πού χρειάζεται βαθειά ἡ ψυχή τους εἶναι ἡ ἡσυχία της καί ἡ ἀπαλλαγή της ἀπό κάθε μέριμνα καί πολυπραγμοσύνη καί ὄχι τό νά ἀναλάβουν τά ἡνία στή σχέση τους μέ τόν ἄνδρα τους καί νά μήν ἡσυχάζουν οὔτε γιά ἕνα δευτερόλεπτο ἀπό τήν ἀγωνία καί τήν ἀνασφάλεια, πού τίς ὁδηγεῖ στόν ἀκατάπαυστο ἔλεγχο καί τῆς παραμικρῆς λεπτομέρειας στή σχέση τους καί στή ζωή τους μέ τόν ἄνδρα τους.

Ἡ ἀνασφάλεια τῶν γυναικῶν εἶναι κληρονομιά ἀπό τήν συμπεριφορά τῆς
Εὔας, εἶναι βαθειά ριζωμένη στήν ψυχή κάθε γυναίκας καί γι’ αὐτό εἶναι μισή ἀλήθεια ἡ πεποίθηση τῶν γυναικῶν ὅτι τάχα ἡ ἀνασφάλειά τους αὐτή ὀφείλεται στόν συγκεκριμένο ἄνδρα τους πού δέν τούς ἐμπνέει ἐμπιστοσύνη. Ἡ ἄλλη μισή ἀλήθεια εἶναι ὅτι πράγματι πολλοί ἄνδρες ὑποκύπτουν στήν πίεση τῆς ἐπιθετικῆς ἀνασφάλειας τῶν γυναικῶν τους καί καταρρέουν, ἐνισχύοντας σ’ αὐτές τήν ἀνασφάλεια ἀντί νά τή γιατρεύουν.

Τό συμπέρασμα εἶναι πώς καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες πρέπει νά ἀνοίξουμε τά μάτια μας καί νά δοῦμε κατάματα τά προβλήματά μας ἀξιοποιῶντας γιά τήν ἐπίλυσή τους τίς ὁδηγίες τῆς Ἐκκλησίας μας.


Δέν εἶναι τυχαίο το φῦλο τοῦ κάθε ἀνθρώπου

Ὁ Θεός ἤδη «ἐξ ἄκρας συλλήψεώς μας» μᾶς ἔχει ἐξασφαλίσει τίς προϋποθέσεις γιά νά πετύχουμε τήν ὁλοκλήρωσή μας δίνοντάς μας τό φύλο πού θά βοηθήση τήν ψυχή μας στήν τελειοποίησή της. Ἐπειδή ταυτόχρονα μέ τήν σύλληψή μας στήν μήτρα τῆς μητέρας μας λαμβάνουμε ψυχή «ἐν δυνάμει» καί ὁ Θεός γνωρίζει ὡς Παντογνώστης τό πῶς ἡ θέλησή μας θά καθοδηγήση τήν ψυχή μας καθ’ ὅλη μας τή ζωή, μᾶς δίνει ἐξ ἀρχῆς τό φύλο πού εἶναι κατάλληλο φάρμακο γιά τήν ἀναχαίτιση τῶν ἐλαττωμάτων μας καί τήν ἐνίσχυση καί ἀνάπτυξη τῶν χαρισμάτων μας.

Ἔτσι, πιστεύουμε, ὅτι ὁ Θεός δίνει τό ἀνδρικό φύλο σέ ψυχές πού ἔχουν λογική ἀνεπηρέαστη ἀπό τό συναίσθημα γιατί αὐτό ἔχει ναρκωθεῖ καί εἶναι ἐν πολλοῖς ἀνενέργητο, ἔχουν σταθερότητα ἐνισχυμένη ἀπό τήν ἀνεπηρέαστη λογική τους, ἀντοχή στίς συγκρούσεις καί στίς συναλλαγές μέ τούς ἀνθρώπους, πάθος γιά ἀτομικές ἐπιδόσεις συναγωνισμούς καί ἐπαγγελματικές δραστηριότητες ἀλλά ἀπροθυμία καί ὀκνηρία γιά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί τήν ἀνάληψη εὐθυνῶν, πού σχετίζονται μέ τήν ψυχική προσέγγιση καί τήν κατανόη¬ση ἀνθρώπων καί τῶν ψυχικῶν τους προβλημάτων, ὡστόσο, ὅμως, ἄν ἐνεργοποιηθοῦν σωστά πρός τήν κατεύθυνση αὐτή γίνονται ἰδανικοί γιατί τά ψυχικά προβλήματα τῶν ἄλλων δέν τούς ἐπηρεάζουν ἀρνητικά οὔτε τούς καταβάλλουν ψυχικά.

Μέ ἄλλα λόγια τό ἀνδρικό φῦλο δίδεται σέ ἀνθρώπους πού πρέπει νά ἐνεργοποιηθοῦν κάνοντας βήματα πρός τά ἐμπρός, σέ ἀνθρώπους πού πρέπει νά δείξουν ἀποφασιστικότητα, γιατί ἔχουν τίς ἀντοχές, ἀλλά δέν ἔχουν αὐθόρμητη τή διάθεση νά χρησιμοποιήσουν τό «μαχαίρι» πού ξεκαθαρίζει τά πράγματα καί γι’ αὐτό προσπαθοῦν νά ἀποποιηθοῦν τό ρόλο τῆς «κεφαλῆς» ὑποχωρῶντας ἄκαιρα καί ἐπιτιθέμενοι παράκαιρα.

Τό γυναικεῖο φῦλο δίδεται σέ ψυχές πού αὐθόρμητα θέλουν νά ἐνεργοῦν σάν «κεφαλές», ἐπειδή ἔχουν ἀνασφάλεια. Σέ ψυχές πού ἔχουν ἔντονη ἀνάγκη γιά ἀνθρώπινες σχέσεις ἀλλά ἐπηρεάζονται εὔκολα ἀπό τούς ἄλλους καί κουράζονται καί καταβάλλονται ἀπό τίς συναναστροφές καί συντυχίες μέ τούς ἀνθρώπους, ἔχουν πλούσιο συναίσθημα ἀλλά ξεκάρφωτο γιατί αὐτό ἔχει κατακλύσει καί συναισθηματοποιήσει τή λογική τους.

Τό γυναικεῖο φύλο δίδεται σέ ψυχές πού ἔχουν αὐτοθυσία καί γενναιότητα ἀλλά λόγω τῆς ἀστάθειας τοῦ ξεκάρφωτου συναισθήματός τους ἡ γενναιότητα αὐτή θάβεται κάτω ἀπό μιά ἀπονευρωμένη κατάσταση πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας «χαῦνον τοῦ θήλεος».

Ἀπαραίτητη προϋπόθεση, βεβαίως, γιά νά ὠφεληθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό φῦλο του εἶναι νά τηρήση κατά γράμμα τίς ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ διά τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς ὁποῖες ἀφ’ ἑνός μέν ἀναχαιτίζονται οἱ ὁρμητικές καί ἀχαλίνωτες τάσεις μας, ἀφ’ ἑτέρου δέ παρακινοῦνται σέ δράση οἱ δυνάμεις μας, πού βρίσκονται σέ ὕπνωση.

Μέ όλα αὐτά καταλαβαίνει κανείς εὔκολα τό γιατί ὁ Θεός εἶναι κατηγορηματικά ἀντίθετος στίς ὁμοφυλοφιλικές σχέσεις καί βεβαίως στήν ἀλλαγή φύλου. Γιατί αὐτό θά σήμαινε ματαίωση τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀνθρώπου νά ὁλοκληρώση τήν προσωπικότητά του μέσω τῆς ἀξιοποιήσεως τῶν ψυχικῶν του χαρισμάτων καί τῆς διορθώσεως καί ἀποκαταστάσεως τῶν ψυχικῶν του ἐλαττωμάτων καί τραυμάτων, μέ τή βοήθεια, ἀληθινή συμπόρευση καί μυστηριακή σχέση μέ τό ἄλλο φύλο.

---------------------------------------------------
 
(πηγή: Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία» τεύχος 35)

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ "ΠΡΟΣΩΠΟ" ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ


(π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος ἔχει πολλές φορές παρεξηγηθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους πού δέν γνωρίζουν βαθειά τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἰδιαιτέρως, ὅμως, ἔχει ἐπικριθεῖ γιά τήν προτροπή του πρός τίς γυναῖκες νά ὑποτάσσωνται στούς ἄνδρες τους: «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός, ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας» (Εφεσ. 5, 22-23).

Ἡ προτροπή του αὐτή ἔχει ἀντιμετωπισθεῖ μέ ἀκραῖο τρόπο, σέ σημεῖο πού, ἀπό αὐτήν καί μόνο, νά ἀποδοκιμάζεται ἡ ἐκκλησιαστική θεώρηση τῶν σχέσεων ἀνδρός καί γυναικός καί εἰδικότερα ὁ ἐκκλησιαστικός γάμος.

Αὐτή ἡ ἀποδοκιμασία ἔχει ἐπηρεάσει καί τούς ἀνθρώπους τῆς ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι -πολλές φορές- χωρίς νά μποροῦν νά κρύψουν τή ντροπή τους, προσπαθοῦν νά ψελλίσουν καί νά ἀντιτάξουν στούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας ἐπικριτές κάποιες δικαιολογίες, ἐπικαλούμενοι καί τίς ἐπικρατοῦσες κατά τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Παύλου ...προκαταλήψεις καί κοινωνικές ἀντιλήψεις!

Τό συμπέρασμα εἶναι πώς “μέ τά πολλά καί μέ τά λίγα” ἔχει ἐπικρατήσει ἡ σύγχυση καί μεταξύ τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιλέγουν, τελικά, νά μή θίγουν τό θέμα, ἐγνοῶντας ὅτι ἔτσι χάνουν τό βασικότερο «κλειδί» γιά τό «ξεκλείδωμα» τῶν σχέσεων τοῦ ἀνδρογύνου.

Βέβαια, γράψαμε ἀρκετά στά προηγούμενα τεύχη τοῦ περιοδικοῦ μας σχετικά μέ τό νόημα τῆς ὁδηγίας τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου ὡς πρός τό θέμα τῆς ὑπακοῆς τῶν συζύγων τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον, ἀλλά καί γιά τήν ἰδιαίτερη δυσκολία πού ἔχουν οἱ γυναῖκες στήν ὑποταγή, παρά τό ὅτι εἶναι ὑπαρξιακή τους ἀνάγκη τό νά ὑποτάσσωνται ὥστε νά γιατρευτῆ ἡ ψυχοσύνθεσή τους ἀλλά καί νά ἀφυπνισθοῦν οἱ ἄνδρες καί νά σταθοῦν σωστά καί ἰσότιμα ἀπέναντι στίς γυναῖκες τους. Ἔτσι μοιάζει κάπως ἄσχετη καί περιττή ἡ εἰσαγωγή τοῦ σημερινοῦ μας ἄρθρου καί δίνει τήν ἐντύπωση πώς ἡ συζήτησή μας καθυστερεῖ καί πάει πρός τά πίσω ἀντί νά ξετυλιχτεῖ καί ἄλλο «ὁ μίτος» τῶν ὁδηγιῶν τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου καί νά προχωρήσουμε στήν ὁλοκλήρωση τοῦ θέματός μας.

Τά πράγματα, ὅμως, δέν εἶναι ἔτσι. Δέν εἶναι περιττά τά ὅσα προτάξαμε, οὔτε ἡ ἐπιμονή μας σέ κάποιες διευκρινήσεις μᾶς καθυστερεῖ. Ἀντιθέτως, προσπαθοῦμε νά ἐφαρμόζουμε στά γραπτά μας, τό «σπεῦδε βραδέως», ὥστε ἡ ἐπιβράδυνση τῆς συζητήσεως νά μή γίνεται ἄσκοπα λόγω νωθρότητος ἤ βερμπαλισμοῦ ἀλλά νά γίνεται μέ σπουδή, δηλαδή μέ ἐγρήγορση καί διερεύνηση, προσπαθῶντας νά μή μάς διαφύγη, εἰ δυνατόν, τό παραμικρό.

Ἡ σημερινή εἰσαγωγή μας ἀναφέρεται κυρίως στή φράση «ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλή τῆς γυναικός» γιατί ἡ φράση αὐτή εἶναι ὄχι ἁπλῶς δυσπαράδεκτη ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀλλά θεωρεῖται ἀπό πολλούς ἐντελῶς ἀπαράδεκτη γιατί φαντάζει πώς ὑποβιβάζει τή γυναῖκα!

Καί ὅμως! Αὐτή, κατ’ ἐξοχήν, ἡ φράση εἶναι ἐκείνη πού δίνει πρόσωπο στή σχέση τοῦ ἀνδρογύνου, τιμᾶ τήν γυναῖκα καί ἀφυπνίζει τόν ἄνδρα ἐπισημαίνοντάς του τήν πρωταρχική καί κύρια ἀποστολή του, πού εἶναι ἡ ἐγρήγορση, ἡ φροντίδα γιά τήν συμπόρευση μέ τήν γυναῖκα του μέ προϋπόθεση τή συναντίληψη, τήν ταύτιση τοῦ θελήματος τους, τῶν ἐπιδιώξεών τους, τοῦ τελικοῦ προορισμοῦ τους, μέ ὑπακοή, βεβαίως στό θέλημα καί στις ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Παῦλος δέν διατυπώνει τή φράση του χωρίς ἔρεισμα. Τήν στηρίζει ἀναφέροντάς την στόν Χριστό καί γι’ αὐτό τή συμπληρώνει μέ τήν παρομοίωση πώς «ὁ ἀνήρ ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός, ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος». Ὁ Χριστός δέν γίνεται κεφαλή τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως γιά νά ὑποτάξη τούς ἀνθρώπους καί νά τούς ὑποδουλώση ἀλλά γιά νά ἑνωθῆ μαζί τους ὥστε νά μήν χωρισθοῦμε ἀπό Ἐκεῖνον μέ τό νά ἔχη ὁ καθένας μας μιά παράλληλη μέ Ἐκεῖνον ζωή. Ὁ Χριστός μᾶς ἕνωσε ὅλους καί μεταξύ μας καί μέ τόν Ἑαυτό Του δίνοντάς μας Πρόσωπο, τό δικό Του Πρόσωπο, πού εἶναι καί τό μόνο κατά φύσιν Πρόσωπο. Τό μόνο Πραγματικό καί Ὑπαρκτό Πρόσωπο. Γι’ αὐτό, ὅποιος ἄνθρωπος δέν ἐνσωματωθῆ στόν Χριστό διά τῆς Ἐκκλησίας Του θά γίνη ἀγνώριστος, δέν θά ἀποκτήση πρόσωπο καί ἔτσι θά ἀκούση, σάν φυσική συνέπεια, τό «οὐκ οἶδα ὑμᾶς». Ἐσᾶς δέν σάς γνωρίζω!

Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει πώς ἡ πραγματική ἑνότητα τοῦ ζευγαριοῦ θά ἐξασφαλισθῆ μόνο ἄν ζήσουν μεταξύ τους μέ τόν τρόπο πού ἑνώθηκε ὁ Χριστός μέ τήν ἀνθρώπινη φύση.

Ἡ σχέση τοῦ ζευγαριοῦ εἶναι μία εἰκόνα πραγματική τῆς σχέσεως τοῦ Χριστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία, μιά ζωντανή, δηλαδή, πραγματικότητα καί γι’ αὐτό εἶναι ἀδιανόητο νά ὑπάρχουν δύο κεφαλές στό ἀνδρόγυνο!

Τό σημαντικό πού πρέπει νά τονισθῆ εἶναι πώς, τελικά, ἡ κεφαλή τοῦ ἀνδρογύνου δέν εἶναι ὁ ἄνδρας, ὅπως ἐπιπόλαια βγάζουν πολλοί τό συμπέρασμα, ἀλλά ὁ Χριστός, τοῦ Ὁποίου τίς ὁδηγίες καί τό θέλημα ὡς πρός τή σχέση τους ἔχει τήν εὐθύνη μετά τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων νά φροντίζη, νά ἐπιβλέπη καί νά ἐγγυᾶται ὁ ἄνδρας, παραμένοντας ἄγρυπνος καί σέ ἐγρήγορση, μέ σκοπό νά ἀποτινάξη τή ραθυμία πού νοιώθει όταν ἐπιχειρεῖ νά καλλιεργήση τή σχέση του μέ τή γυναῖκα του ἀλλά καί γιά νά ἁρμοσθῆ ἀπόλυτα μέ τή γυναῖκα ὡς ἕνας ἄνθρωπος, «εἰς σάρκα μίαν».

Ὁ ἄνδρας δέν εἶναι «κεφαλή τῆς γυναικός» γιά νά κάνη "τοῦ κεφαλιοῦ του" ἀλλά γιά νά ἔχη τήν πρωταρχική εὐθύνη γιά τήν ἐπανένωση τῆς μεταπτωτικά διχοτομημένης σέ ἄνδρα καί γυναῖκα ἀνθρώπινης ψυχής.

Οὐσιαστικά δέν ὑπάρχει ἀνδρική καί γυναικεία «κεφαλή», ἀφοῦ (ὅπως γράψαμε σέ προηγούμενα τεύχη) ὁ Θεός δέν δημιούργησε δύο αὐτοκέφαλες ψυχές ἀλλά ἀνθρώπινη ψυχή. Γι’ αὐτό, μέ ἄλλα λόγια, ὅταν μιλοῦμε γιά τή σχέση τοῦ ζευγαριοῦ ἀναφερόμαστε στήν προσπάθεια ἑνός ἄνδρα καί μιᾶς γυναίκας νά ἐπανεύρουν καί νά οἰκειοποιηθοῦν τήν ἀδιαίρετη ἀνθρώπινη φύση, πού μέ τή μεταπτωτική διχοτόμησή της σέ ἄνδρα καί γυναῖκα ἔχει στερήσει καί στούς ἄνδρες καί στίς γυναῖκες κάποια ἰδιώματα, ἐφ’ ὅσον μέ τή διχοτόμηση, αὐτά τά ἰδιώματα ἔχουν πέσει μέσα τους σέ λήθαργο.

Τελικά, μετά τήν παραπάνω διευκρίνηση, μπορούμε νά συμπεράνουμε πώς ὁ ἅγιος Παῦλος μέ τήν ὑπενθύμισή του «ὁ ἀνήρ ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός» θέλει, σύν τοῖς ἄλλοις, νά ἀφυπνίση τούς ἄνδρες γιά νά ἀναλάβουν τίς εὐθῦνες τους.

Δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι ἄνδρες κάθε ἄλλο παρά κεφαλή εἶναι. Ἀντίθετα, οἱ γυναῖκες στό θέμα αὐτό δέν χρειάζονται ἀφύπνιση ἀλλά μᾶλλον ἀναχαίτιση. Οἱ γυναῖκες γίνονται πολύ συχνά κεφαλή, κάνουν βήματα ἡγεμονικά, βήματα μπροστά, περισσότερα ἀπ' ὅσα πρέπει καί οἱ ἄνδρες κάνουν βήματα πίσω, πολλές φορές πανικόβλητοι. Ἡ προτροπή τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου εἶναι φάρμακο καί γιά τούς δύο ἀλλά καί ἀποκάλυψη.

Φάρμακο γιατί, ἄν ἀσκηθοῦν σωστά, θά συγχρονίσουν τά βήματα τῆς πορείας τους καί τῆς καρδιᾶς τους. Καί ἀποκάλυψη, γιατί ἀποκαλύπτει στά μάτια τῶν ἀνθρώπων τό μεγαλεῖο καί τήν ἀποστολή τοῦ Γάμου. Ἀποσκοπεῖ, δηλαδή, στό νά ἐπανενώση τήν διχοτομημένη ἀνθρώπινη φύση, μέ τήν ταυτόσημη πορεία τοῦ ζευγαριοῦ καί τόν συγχρονισμό τῆς καρδιᾶς τους καί νά δώση στό ζευγάρι Πρόσωπο- Ὑπόσταση καί Κεφαλή τόν Ἴδιο τόν Χριστό.


------------------------------------------------------------
(πηγή: Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία» τεύχος 34)

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2018

TO KOIMIΣMΕNO ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ TΩΝ ANΔΡΩΝ (Μέρος 7ο)



(π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Συνεχίζοντας νά συλλαβίζουμε τίς ὁδηγίες τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου πρός τά δύο φῦλα εἶναι ἀνάγκη νά ἐξηγήσουμε στό σημεῖο αὐτό τί ἐννοούσαμε μέ αὐτά πού γράψαμε στήν κατακλεῖδα τοῦ προηγουμένου ἄρθρου μας: «Γιά νά πραγματοποιηθῆ ἡ δεύτερη ὁδηγία τοῦ ἁγίου Παύλου πρός τίς γυναίκες, τό νά ὑποτάσσονται, δηλαδή, στούς ἄνδρες τους, σάν νά ἔχουν μπροστά τους τόν Χριστό, ἀπαιτεῖται ἡ βοήθεια καί ἡ σωστή συνεργασία τῶν ἀνδρῶν».

Ποιά εἶναι αὐτή ἡ συνεργασία τῶν ἀνδρῶν; Τό «μυστικό» μᾶς τό φανερώνει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Βούλει σοι τήν γυναῖκα ὑπακούειν, ὡς τῷ Χριστῷ τήν Ἐκκλησίαν; Προνόει καί αὐτός αὐτῆς, ὡς ὁ Χριστός τῆς Ἐκκλησίας· κἄν τήν ψυχήν ὑπέρ αὐτῆς δοῦναι δεῖ, κἄν κατακοπῆναι μυριάκις, κἄν ὁτιοῦν ὑπομεῖναι καί παθεῖν μή παραιτήσῃ· κἄν ταῦτα πάθῃς, οὐδέν οὐδέπω πεποίηκας, οἷον ὁ Χριστός. Σύ μέν γάρ ἤδη συναφθείς ταῦτα ποιεῖς, ἐκεῖνος δέ ὑπέρ ἀποστρεφομένης αὐτόν καί μισούσης»!

(Μετάφραση: «Θέλεις νά σέ ὑπακούη ἡ γυναῖκα σου ὅπως ἡ Ἐκκλησία τόν Χριστό; Νά φροντίζης καί σύ τή γυναῖκα σου ὅπως ὁ Χριστός φροντίζει τήν Ἐκκλησία· καί ἄν πρέπει νά θυσιάσης τήν ζωή σου γιά τήν γυναῖκα σου καί ἄν πρέπει νά γίνης γι’ αὐτήν χίλια κομμάτια, καί ἄν πρέπει νά ὑπομείνης καί νά ὑποφέρης ὁτιδήποτε γιά χάρη της, νά μήν ἀποκάμης. Διότι καί ἄν ὅλα τά παραπάνω ὑποστῆς τίποτα ποτέ δέν ἔχεις κάνει ἀνάλογο μέ αὐτά πού ἔχει πράξει ὁ Χριστός. Καί αὐτό, γιατί ὅλα αὐτά τά πράττεις μετά τό γάμο σου μέ ἐκείνη, ὁ δέ Χριστός πράττει αὐτά γιά μιά Ἐκκλησία πού ἀπαρτίζεται ἀπό ἀνθρώπους πού μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς τους Τόν ἀποστρέφονται καί Τόν μισοῦν).

Μέ ἄλλα λόγια, μᾶς λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ὅτι τό μέτρο τῆς ὑπακοῆς τῆς γυναίκας ἐξαρτᾶται ἀπό τό μέτρο τῆς ἀγάπης τοῦ ἄνδρα της πρός αὐτήν. Μᾶς λέει, ἐπίσης, ἐμμέσως πλήν σαφῶς, ὅτι, ὅπως ἡ γυναῖκα ἔχει δυσκολία στό νά ὑποτάσσεται, ἔτσι καί ὁ ἄνδρας ἔχει δυσκολία στό νά ἀγαπᾶ. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ ἅγιος Παῦλος προτρέπει ὀνομαστικά τούς ἄνδρες νά ἀγαποῦν τίς γυναίκες τους ἐνῶ δέν κάνει τήν ἴδια προτροπή στίς γυναίκες.

Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος εἶναι κατηγορηματικός καί σαφής: «Οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τάς γυναῖκας ἑαυτῶν καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησε τήν Ἐκκλησίαν» (Εφεσ. 5,25. Μέ αὐτήν τήν προτροπή ὑποδεικνύει στούς ἄνδρες τό ἀδύνατό τους σημεῖο καί τήν αἰτία πού οἱ γυναῖκες τους δέν ὑπακούουν σ’ αὐτούς.
Βέβαια, ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης ἀφορᾶ σέ ὅλους μας γιατί εἶναι τό “κλειδί” τῆς εὐτυχίας μας καί γι’ αὐτό ὁ Χριστός προτρέπει ἄνδρες καί γυναῖκες μέ τό «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Ὅμως, ὅπως καί ἄλλοτε γράψαμε, ἡ Ἁγία Γραφή δέν περιττολογεῖ ἀλλά ὑποδεικνύει σέ κάθε κατηγορία ἀνθρώπων ξεχωριστά αὐτά πού ἰδιαιτέρως πρέπει νά προσέξουν.

Οἱ γυναῖκες ἔχουν ἰδιαίτερη ἀνάγκη τήν φροντίδα τοῦ ἄνδρα τους. Εἶναι ὑπαρξιακή τους ἀνάγκη καί τή νοιώθουν. Καί γιά τούς ἄνδρες εἶναι ὑπαρξιακή αὐτή ἡ ἀνάγκη ἀλλά πρέπει νά παρακινηθοῦν γιά νά τή νοιώσουν. Γι’ αὐτό τούς παρακινεῖ ἡ Ἐκκλησία νά ἀσχοληθοῦν μέ τή γυναῖκα τους, νά τήν φροντίσουν καί τότε ἐκείνη θά τούς δώση ὅλα αὐτά πού τούς χρειάζονται. Τότε θά παραδεχθῆ ἡ γυναῖκα τόν ἄνδρα, θά τόν τιμήση, θά τόν καταστήση κεφαλή της καί θά τόν ὑπακούση, ὥστε καί οἱ δύο ἑνωμένοι νά ὑπακούουν στίς ὁδηγίες καί ἐντολές τοῦ Θεοῦ.

Ὁ μοναδικός ψυχολόγος ἅγιος Χρυσόστομος ὁδηγεῖ τόν λόγο στά ἄκρα γιά νά μάς ἀποδείξη πώς ἡ στοργική συμπεριφορά τοῦ ἄνδρα πρός τή γυναῖκα του μπορεῖ νά τήν ἐξημερώση ἀκόμη καί ἄν αὐτή τόν περιφρονεῖ, ὑπερηφανεύεται ἤ ζῆ μέ ἀσωτία: «Καί σύ», γράφει, «νά ἔχεις πρός τή γυναῖκα σου τήν ἀγάπη καί τή φροντίδα πού ἔχει ὁ Χριστός γιά τήν Ἐκκλησία», «κἄν ὑπερορῶσαν, κἄν θρυπτομένην, καταφρονοῦσαν ἴδης, δυνήση αὐτήν ὑπό τούς πόδας ἀγαγεῖν τούς σούς τῇ πολλῇ περί αὐτήν προνοίᾳ, τῇ ἀγάπῃ, τῇ φιλίᾳ. Τήν τοῦ βίου κοινωνόν, τήν παίδων μητέρα, την πάσης εὐφροσύνης ὑπόθεσιν, οὐ φόβῳ καί ἀπειλαῖς δεῖ καταδεσμεῖν, ἀλλ' ἀγάπῃ καί διαθέσει».

Δέν ὑπάρχει ἰσχυρότερος σύνδεσμος ἐπί τῆς γῆς ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ ἄνδρα πρός τή γυναῖκα του ὅταν εἶναι ἀληθινά συνδεδεμένοι. Αὐτό τό ἐπιβεβαιώνει ἡ Ἐκκλησία μέ τό στόμα τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Οὑ γάρ ἐστιν ἀνδρός πρός ἄνδρα τοσαύτη οἰκειότης, ὅση γυναικός πρός ἄνδρα, ἄν ᾖ τις, ὡς χρεῖ συνεζευγμένος».

Καί συμπληρώνει, ἐπιστρατεύοντας τά λόγια τοῦ Δαυΐδ, τά ὁποῖα εἶπε ἐκεῖνος ὅταν πενθοῦσε τόν ὁμόψυχο φίλο του, τόν Ἰωνάθαν: «Οὐ πατέρα εἶπεν, οὐ μητέρα, οὐ τέκνον, οὐκ ἀδελφόν, οὐ φίλον, ἀλλά τί; "ἐπέπεσεν ἐπ’ ἐμέ ἡ ἀγάπησίς σου” φησίν, “ὡς ἀγάπησις τῶν γυναικῶν”». Ὁ Δαυΐδ δέν συνέκρινε τήν ἀγάπη πού εἶχε γιά τό φίλο του μέ τήν ἀγάπη πρός τούς γονεῖς, τούς ἀδελφούς, πρός τά παιδιά ἤ τούς φίλους, ἀλλά μόνο μέ τήν ἀγάπη τοῦ ἄνδρα πρός τή γυναίκα του. Καί καταλήγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ὄντως γάρ, ὄντως πάσης τυραννίδος αὕτη ἡ ἀγάπη τυραννικωτέρα. Αἱ μέν γάρ ἄλλαι, σφοδραί· αὕτη δέ ἡ ἐπιθυμία ἔχει καί τό σφοδρόν καί τό ἀμάραντον»! Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἀπερίφραστα διακηρύσσει πώς τίποτε δέν συγκροτεῖ τόσο τή ζωή μας «ὡς ἔρως ἀνδρός καί γυναικός».

Μέσα σ’ αὐτήν, λοιπόν, τήν τρίτη (μέ τή σειρά πού τίς ἀναπτύσσουμε στό περιοδικό μας) ὁδηγία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶτε τάς γυναῖκας ἑαυτῶν», βρίσκονται τά κλειδιά γιά νά ἀνοίξουμε καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες τίς ξεχασμένες πόρτες τῆς ψυχῆς μας καί νά ἀντικρύσουμε κατάματα τά ἐμπόδια πού δέν μᾶς ἀφήνουν νά ἀγαπήσουμε πραγματικά καί ἀταλάντευτα. Γιατί περί αὐτοῦ πρόκειται. Ὅλες οἱ ὁδηγίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔχουν μοναδικό σκοπό νά μᾶς γιατρέψουν τήν ψυχή, ὥστε μέ σφοδρότητα νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.

Ἡ Ἐκκλησία μας δέν ἔχει σκοπό νά ὑποτάξη κάποιους ἀνθρώπους σέ κάποιους ἄλλους. Δέν ἔχει σκοπό της νά ὑποτάξη τίς γυναῖκες στούς ἄνδρες καί νά τίς καταστήση ὑποτελεῖς καί ἐξαρτήματα τῶν ἀνδρῶν, ἀλλά, συμβουλεύοντάς τις νά ὑποτάσσωνται, προσφέρει σ’ αὐτές τήν εὐκαιρία νά διεγείρουν μ’ αὐτόν τόν τρόπο τόν κοιμισμένο συναισθηματικό κόσμο τῶν ἀνδρῶν ὥστε νά εἰσπράξουν καί αὐτές μέ τή σειρά τους τά ἀνδρικά αἰσθήματα, πού ἔχουν γι’ αὐτές ζωτική σημασία.

Παράλληλα, μέ τήν ὑποταγή τους στόν ἄνδρα τους, θά γιατρέψουν καί οἱ γυναῖκες τόν ψυχισμό τους, πού χαρακτηρίζεται μέν ἀπό ἄφθονα ἀλλ’ ὅμως ξεκάρφωτα συναισθήματα καί γι’ αὐτό ἀκατάλληλα νά μεταποιηθοῦν σέ ἀγάπη.

Τά ξεκάρφωτα συναισθήματα δέν ἔχουν ἀναφορά στό συγκεκριμένο πρόσωπο τοῦ ἀνδρός τους ἀλλά εἶναι διαθέσιμα σέ κάθε “προσφορά” τοῦ ὁποιουδήποτε πλειοδότη. Τέτοια, ὅμως, συναισθήματα ἀποδεικνύονται ὄχι μόνο ἀκατάλληλα ἀλλά καί ἐπικίνδυνα.

Σάν τελικό συμπέρασμα προκύπτει ὅτι καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες ὅσο βρίσκονται πίσω στήν πνευματική ζωή, ὅσο, δηλαδή, ὑστεροῦν στήν πρακτική ἐξάσκηση πάνω στίς ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ, δέν μποροῦν νά ἀγαπήσουν μέ ὅλη τήν ψυχή, μέ ὅλη τή διάνοια καί μέ ὅλη τή δύναμή τους. Καί αὐτή εἶναι ἡ δυστυχία τους.

Οἱ ἄνδρες δέν ἀγαποῦν γιατί κοιμᾶται τό συναίσθημά τους, ἐφ’ ὅσον ζοῦν, ὡς ἐπί τό πλεῖστον μέ ἕναν ἰδιόρρυθμο αὐτισμό, πού τόν διακόπτουν περιστασιακά οἱ σεξουαλικές τους ἀνάγκες. Οἱ δέ γυναῖκες, δέν ἀγαποῦν, γιατί τά ξεκάρφωτα συναισθήματά τους μέ τήν ὑποκινούμενη ἀπό τήν ὑπερβολική ἀνασφάλεια ἀνυπακοή τους ἐξάπτουν τή φαντασία τους καί, ἀντί τῆς ἀληθινῆς σχέσεως, βιώνουν μιά φανταστική ἐπικοινωνία πού δέν ἀφήνει νά ριζώση μέσα τους καί νά καταλαγιάση ἡ ἀταλάντευτη καί πραγματική ἀγάπη.

Παρά ταῦτα, παρ’ ὅτι, δηλαδή, καί οἱ ἄνδρες καί οἱ γυναῖκες οὐσαστικά εἶναι ἄκαρποι ὡς πρός τήν ἀληθινή ἀγάπη, ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιμένει νά προτρέπη ὀνομαστικά μόνο τούς ἄνδρες νά ἀγαποῦν τίς γυναίκες τους, γιατί αὐτοί ἔχουν μακρύτερο δρόμο νά τρέξουν στόν τομέα αὐτόν, ἀφοῦ ἔχουν κλειδωμένα ἀκόμη καί τά συναισθήματά τους, ἀλλά καί γιατί, ἄν προέτρεπε ὀνομαστικά τίς γυναῖκες νά δείξουν ἐπιπλέον ἀγάπη, αὐτές, λόγω τῆς ψυχοσυνθέσεώς τους θά παρανοοῦσαν τήν προτροπή του καί, ἀντί ἐπιπλέον ἀγάπης, θά ἐπεδίδοντο σέ ἀκόμη πιό ἄκρατο συναισθηματισμό.
Μέ τά ὅσα ἤδη ἔχουμε ἀναπτύξει πιστεύουμε ὅτι ἔφθασε ἡ ὥρα νά συζητήσουμε τήν τετάρτη ὁδηγία τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου «ὁ ἀνηρ ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός», ἐφ’ ὅσον μόνο ἔτσι ἡ σχέση τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας θά ἀποκτήση πρόσωπο καί θά πάψη νά εἶναι ρευστή καί συγκεχυμένη. Ἀλλά αὐτά, σύν Θεῷ, στό ἐπόμενο τεῦχος.

------------------------------------------------------------
(πηγή: Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία» τεύχος 33)

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

ΟΔΗΓΙΕΣ «ΚΛΕΙΔΙΑ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ (6ο μέρος)


(π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Πιστοί στήν ὑπόσχεση πού δώσαμε στούς ἀναγνώστες μας, συνεχίζουμε τή συζήτησή μας γιά τήν ἀνδρική καί τή γυναικεία ψυχολογία, προσεγγίζοντας τίς ὁδηγίες-“κλειδιά” τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου πρός τό ἀνδρόγυνο.

Αὐτές οἱ ὁδηγίες περιέχονται στήν «Πρός Ἐφεσίους» Ἐπιστολή του καί διαβάζονται πάντοτε κατά τήν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τοῦ γάμου.

Δυστυχώς, ὅμως, δέν ἔχουν ἀξιοποιηθεῖ ὅσο θά ἔπρεπε, οὔτε ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς, οὔτε ἀπό τά ἀνδρόγυνα. Ἀντιθέτως, μάλιστα, ἀντί νά τίς κατανοήσουμε καί νά φωτίσουμε μ’ αὐτές τήν πορεία μας γιά τήν ἕνωση τῶν δύο φύλων, τίς παρεξηγοῦμε σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε, μερικές φορές, γίνονται καί τίτλοι σατιρικῶν θεατρικῶν ἔργων.

Ἄς προσπαθήσουμε, λοιπόν, νά μαθητεύσουμε κοντά στόν γνήσιο ψυχολόγο τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν ἅγιο Παῦλο, ὁ ὃποῖος ὄχι μόνο μισογύνης δέν ἦταν - ὅπως ἐπιπόλαια κατηγορεῖται ἀπό μερικούς ἀμαθεῖς- ἀλλά εἶναι ὁ μόνος πού ἐπεσήμανε μέ τόση ἀκρίβεια τήν παθολογία τῆς ἀνδρικῆς καί τῆς γυναικείας ψυχολογίας.

ΟΔΗΓΙΑ ΠΡΩΤΗ
«Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβω Χριστοῦ».

Πρώτη ὁδηγία τοῦ ἁγίου Παύλου εἶναι αὐτή πού μᾶς ξεκαθαρίζει πώς ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα εἶναι τῆς ἴδιας ἀξίας γιατί εἶναι καί οἱ δύο φορεῖς μιᾶς ἰδιαίτερης ὁ καθένας πνευματικῆς περιουσίας, πού εἶναι, ὅμως, ἀπαραίτητη καί στόν ἄλλον.

Αὐτό προκύπτει σαφῶς καί ἀβίαστα ἀπό τήν προτροπή τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου πρός τό ἀνδρόγυνο: «Ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ Χριστοῦ». Πῶς ἀλλιῶς θά μπορούσαμε νά ἐξηγήσουμε αὐτήν τήν προτροπή ἄν δέν τήν ἐξηγήσουμε μέ γνώμονα τό ὅτι καί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα διασώζουν ὁ καθένας τους κάποιες ὑγιεῖς ἰδιότητες τῆς ἀρχικά (πρό τῆς Πτώσεως) ἑνιαίας ἀνθρώπινης ψυχῆς τίς ὁποῖες πρέπει νά μεταδώσουν ὁ ἕνας στόν ἄλλον;

Σάν φορεῖς πολυτίμων ἰδιοτήτων ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα πρέπει νά ἀλληλοϋποτάσσωνται, γιατί μόνο ἔτσι θά προσλάβουν ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον τά πολύτιμα στοιχεῖα, πού, ἐνῶ ἔχουν ἀτονίσει καί ξεθωριάσει στόν ἕνα, διασώζονται στόν ἄλλον.

Μέ τήν προτροπή «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις» καταρρέει ἡ πλάνη περί ἀνωτερότητος τοῦ ἀνδρός ἔναντι τῆς γυναίκας καί ἐπιστρατεύονται καί οἱ δύο σέ μιά πορεία ἐπανενεργοποιήσεως τῶν ἀδρανοποιημένων ἰδιοτήτων πού κρύβουν μέσα τους.

Ἔτσι πλουτίζεται ἡ «πτωχεία» τοῦ φύλου τους μέ τά στοιχεῖα τοῦ ἄλλου φύλου ὥστε νά πάψουν πλέον νά εἶναι ὁ ἕνας τό «ἕτερον ἥμισυ» τοῦ ἄλλου ἀλλά νά εἶναι καί οἱ δύο ἕνα, σέ μιά ἀδιάσπαστη ἑνότητα.

Ἡ ἀλληλοϋποταγή τῶν δύο πρέπει νά γίνεται «ἐν φόβω Χριστοῦ», μέ ἀπόλυτη, δηλαδή, συναίσθηση τοῦ τί πάμε νά κάνουμε καί γιά ποιό σκοπό, ἀλλιῶς θά εἶναι δουλική ὑποταγή καί παράδοση ἄνευ ὅρων μέ ὀλέθριες ἐπιπτώσεις καί στήν ψυχοσύνθεση τοῦ καθενός ἀλλά καί στή μεταξύ τους σχέση. Ἀπό τήν ἐκτροπή στήν δουλικότητα κινδυνεύουν οἱ ἄνδρες καί αὐτό θά φανῆ καλύτερα στή συνέχεια.

Δυστυχῶς, αὐτή τήν πρώτη καί σημαντική ὁδηγία τοῦ ἁγίου Παύλου δέν φαίνεται νά τήν ἔχουν προσέξει πολλοί χριστιανοί καί γι’ αὐτό δέν μποροῦν νά ἀξιοποιήσουν καί τίς ὑπόλοιπες, μέ ἀποτέλεσμα νά ἐπικρατῆ θεωρητικό χάος στις «θεολογικές» διατυπώσεις περί τῶν σχέσεων τῶν δύο φύλων ἀλλά καί πόλεμος καί μάχη τῶν δύο φύλων στήν καθημερινή ζωή.

Ἔχει ἐπικρατήσει ἡ ἀντίληψη πώς ὁ ἄνδρας εἶναι ὁ κυρίαρχος καί ἡ γυναῖκα πρέπει νά ὑποτάσσεται σ’ αὐτόν. Αὐτό τό συμπεραίνουν ἐπιπόλαια ἀπό τήν δεύτερη ὁδηγία τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου μέ τήν ὁποία προτρέπει ἀποκλειστικά καί μόνο τίς γυναῖκες νά ὑποτάσσωνται στούς ἄνδρες τους. Ἔτσι, ὅμως, χάνεται ἡ οὐσία τῶν ὁδηγιῶν τῆς Ἐκκλησίας, γιατί ἄλλο Ἐκείνη θέλει νά μᾶς εἰπῆ καί ἄλλο καταλαβαίνουμε.

Πρέπει νά γνωρίζουμε πώς ἡ Ἀγία Γραφή (μέσα στήν ὁποία ἀνήκει καί ἡ Πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολή μέ τίς ὁδηγίες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τό ἀνδρόγυνο) δέν περιττολογεῖ. Μιλάει λιτά, μέ πληρότητα καί σαφήνεια, προϋποθέτει, ὅμως, συνθετική μελέτη ἐκ μέρους τῶν ἀναγνωστῶν, γιατί δέν ἀναλύει λεπτομερῶς τίς αὐθεντικές ἀλήθειες ἀλλά μόνο τίς καταθέτει.

Ἔτσι καί στό προκείμενο θέμα, στήν Ἀποστολική περικοπή, πού διαβάζεται στό μυστήριο τοῦ γάμου, πρέπει νά ἀναζητήσουμε τόν «νοῦν» τῶν διατυπώσεων τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου ἑνώνοντας ἀδιαιρέτως ἀλλά καί ἀσυγχύτως τίς προτροπές καί ὁδηγίες του.

Συνεπῶς δέν εἶναι σωστό νά προχωρήσουμε στήν δεύτερη ὁδηγία, μέ τήν ὁποία προτρέπει τίς γυναῖκες νά ὑποτάσσωνται στούς ἄνδρες τους καί ἐν τῷ μεταξύ νά ἔχουμε ἐντελῶς λησμονήσει ὅτι λίγο πρίν εἶχε εἰπεῖ καί στούς δύο «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις».


ΟΔΗΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
«Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδρᾶσιν
ὑποτάσσεσθε ὡς τῷ Κυρίῳ».

Δέν πρέπει, λοιπόν, νά μᾶς ἀφήση ἀπροβλημάτιστους τό γεγονός ὅτι ὁ Ἅγιος Παῦλος παραλείπει νά συστήση ὀνομαστικά στόν ἄνδρα ὅτι πρέπει νά ὑποτάσσεται στήν γυναῖκα του ἐνῶ στίς γυναῖκες τό συνιστᾶ: «Αἱ γυναῖκες τοῖς ἰδίοις ἀνδρᾶσιν ὑποτάσσεσθε». Ἀσφαλῶς ὑπάρχει λόγος. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι αὐτός πού νομίζουν οἱ πολλοί καί τόν προβάλλουν ἐπιπόλαια. Ὁ λόγος δέν εἶναι πώς οἱ γυναῖκες εἶναι κατώτερες καί πρέπει νά ὑποτάσσωνται στόν ἀνώτερο ἄνδρα, διότι, ὅπως προείπαμε, κάτι τέτοιο τό διαψεύδει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἀπόστολος μέ αὐτά πού προέταξε γράφοντας «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις».

Τότε γιατί ἄραγε παροτρύνει ὀνομαστικά μόνο τίς γυναῖκες ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; Ἀπλούστατα, ἐπειδή οἱ γυναῖκες δυσκολεύονται πολύ νά ὑποταχθοῦν στούς ἄνδρες τους, ἐνῶ οἱ ἄνδρες πολύ εὔκολα ὑποτάσσονται σ’ αὐτές.

Ἀπό ἐδώ καί πέρα ἀρχίζει μιά μεγάλη συζήτηση, πού τήν κάνει ἀκόμη μεγαλύτερη τό γεγονός ὅτι οἱ πτυχές της αὐτές δέν ἔχουν πολυσυζητηθεῖ, γι’ αὐτό καί ἀπουσιάζει σχετική βιβλιογραφία, στήν ὁποία κανείς θά μποροῦσε νά παραπέμψη τόν ἀναγνώστη.

Ἴσως θά ἦταν πιό εὔκολη μιά προφορική συζήτηση τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὅπως ἔχουμε τήν εὐχέρεια νά τήν κάνουμε στήν Πνευματική μας Ἑστία, ὅμως πρέπει ὑποχρεωτικά νά προσγειωθοῦμε στις ἀπαιτήσεις τοῦ γραπτοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος, ἐκτός τῶν ἄλλων περιορισμῶν, στερεῖ ἀπό τούς ἀναγνώστες τή δυνατότητα ὑποβολῆς διευκρινιστικών ἐρωτήσεων.

Καλοῦνται, λοιπόν, ὀνομαστικά οἱ γυναῖκες ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά συνειδητοποιήσουν ὅτι ἔχουν δυσκολία ὑπακοῆς στόν ἄνδρα τους καί ὅτι ἡ δυσκολία αὐτή, ἄν δέν ξεπερασθῆ, θά τίς στερήση ἀπό τήν ἐπικοινωνία καί τή σχέση μαζί του, πού τήν ἔχουν ἀπόλυτη ἀνάγκη.

Οἱ γυναῖκες ἔχουν μεγάλη δυσκολία νά ὑπακούσουν γιατί κυριαρχεῖ τό συναίσθημά τους, τό ὁποῖο δημιουργεῖ σ’ αὐτές ἀνασφάλεια. Ζητοῦν ἀπό τόν ἄνδρα τους σταθερότητα ἀλλά ταυτόχρονα καί τρυφερότητα καί στήν προσπάθειά τους νά ἀποσπάσουν αὐτά παίρνουν πρωτοβουλίες με τίς ὁποῖες δοκιμάζουν τίς ἀντοχές καί τή στήριξη τῶν ἀνδρῶν.

Τότε ἀκριβῶς πρέπει οἱ ἄνδρες νά σταθοῦν σωστά. Νά δείξουν ἀποφασιστικότητα, χωρίς, ὅμως, αἰσθήματα ἡγεμόνος πρός ὑπηκόους. Νά ἀναλάβουν εὐθῦνες ὄχι μόνο βιοποριστικές (στίς ὁποῖες συνήθως ἀνταποκρίνονται μέ ἐπιτυχία) ἀλλά τίς εὐθῦνες τῶν ἀνθρώπων, πού ἐπωμίζονται οἱ γυναῖκες τους. Κυρίως, ὅμως, νά ἀντιλαμβάνονται τίς συναισθηματικές καί ψυχολογικές τους ἐπιβαρύνσεις καί νά προσφέρουν λύσεις σ’ αὐτές ὄχι σάν ψυχοθεραπευτές, μέ τήν ψυχολογία γιατροῦ πρός ἀσθενή ἀλλά σάν συναντιλήπτορες καί συμπορευτές σέ μιά κοινή πορεία ὅπου σκοπός καί τῶν δύο εἶναι νά ἑνώσουν τά χαρίσματά τους γιά νά ἐπουλώσουν τά ψυχικά τραύματά τους, νά ἀναπληρώσουν τίς ἐλλείψεις τους καί νά πλουτίση ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ τίς ὑγιεῖς ἰδιότητες πού διέσωσε τό φύλο του ἀπό την ἀρχική, πρό τῆς Πτώσεως, καταγωγή.

Τότε, ὅμως, πού οἱ γυναῖκες χρειάζονται τούς ἄνδρες τους ἑδραίους καί ἀμετακίνητους, ἐκεῖνοι ὑποχωροῦν καί ὑπακούουν δουλικά σ’ αὐτές, χωρίς σκέψη καί χωρίς νά ἀντιλαμβάνωνται τι ἀκριβῶς χρειάζονται ἀπό αὐτούς οἱ γυναῖκες τους.

Οἱ γυναῖκες στήν προσπάθειά τους νά δοκιμάσουν τήν ἀνθεκτικότητα τῶν ἀνδρῶν τους, ὥστε να βεβαιωθοῦν ὄτι μποροῦν νά στηριχθοῦν σ’ αὐτούς, συμπεριφέρονται πρός αὐτούς μέ τόσο ἀδυσώπητο τρόπο, πού οἱ ἄνδρες, ἀντί νά ἀφυπνισθοῦν καί νά μεταφράσουν σωστά τή συμπεριφορά τῶν γυναικῶν τους, καταρρέουν καί ὑπακούουν τυφλά, δίνοντας τήν εἰκόνα τοῦ "κορόϊδου". Ὑποτάσσονται σ’ αὐτές δουλικά σέ ἀπίστευτο βαθμό, ὄχι ἀπό ἀγάπη πρός τίς γυναῖκες τους, ἀλλά γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τή συνεχή μουρμούρα τους καί νά καρπωθοῦν ἀπ' αὐτές κάποια ἐρωτικά ὠφέλη.

Συγχρόνως, τούς ἐξυπηρετεῖ αὐτή ἡ τακτική γιατί τούς ἀπαλλάσσει ἀπό εὐθῦνες καί περιορίζει τίς μεταξύ τους συζητήσεις —πρᾶγμα πού κουράζει πολύ τούς ἄνδρες, πού δέν ἔχουν ἀντιληφθεῖ σωστά τό ρόλο τους, ἀλλά ἀνακουφίζει τίς γυναῖκες— καί ἔτσι, μοιραῖα, ἀδικοῦνται οἱ ἄνδρες στά μάτια τῶν γυναικῶν τους, γιατί αὐτές κρίνουν μόνο ἀπό αὐτό πού βλέπουν καί ὄχι αὐτό πού εἶναι πράγματι ὁ ἄνδρας τους. Καί αὐτό πού βλέπουν εἶναι ἕνας ἄνδρας -"κορόϊδο".

Ὅταν, βέβαια, τό συνειδητοποιοῦν αὐτό οἱ ἄνδρες, κάποιες φορές ἀντιδροῦν σάν "ἀντράκια" καί ἡσυχάζουν τή συνείδησή τους ὅτι πάτησαν τίς φωνές στή γυναῖκα τους καί θέλουν νά πιστεύουν πώς δέν ἀνήκουν σ’ αὐτούς πού οἱ γυναῖκες τους τούς "σέρνουν ἀπό τή μύτη"!

Ἡ κατάληξη εἶναι γνωστή. Σ' αὐτή τή συμπεριφορά τῶν ἀνδρῶν οἱ γυναῖκες δείχνουν τήν καταφρόνησή τους. Ἀφοῦ, δοκιμάζοντας τούς ἄνδρες τους, "κατάφεραν" νά τούς ἀποδιοργανώσουν καί νά τούς κάνουν νά ἀντιδράσουν σάν "κορόϊδα", ὕστερα τούς περιφρονοῦν.

Γιά νά πραγματοποιηθῆ ἡ δεύτερη ὁδηγία τοῦ ἁγίου Παύλου πρός τίς γυναίκες, τό νά ὑποτάσσωνται, δηλαδή, στούς ἄνδρες τους σάν νά ἔχουν μπροστά τους τόν Χριστό, ἀπαιτεῖται ἡ βοήθεια καί ἡ σωστή συνεργασία τῶν ἀνδρῶν. Ἀλλά αὐτό θά τό ἀναπτύξουμε, σύν Θεῷ στο ἐπόμενο τεῦχος μας.

------------------------------------------------
(πηγή: Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία» τεύχος 32)

Η "ΑΝΤΙΔΟΣΗ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ" ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΔΡΩΝ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (5ο μέρος)


(π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Ἐγράψαμε στό προηγούμενο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ μας ὅτι «ἡ ἀνδρική καί ἡ γυναικεία ψυχολογία ἔχουν πολλές περιπλοκές καί περισσότερες ἡ γυναικεία καί γι’ αὐτό πιστεύουμε πώς ὁ φακός τῆς ἐρεύνης μας πρέπει νά κάνη ἀκόμα ἀρκετά “ζούμ” στά κύρια σημεῖα ἀλλά καί στίς λεπτομέρειες».

Αὐτά τά “ζούμ”, αὐτές οἱ προσεγγίσεις πρέπει νά γίνουν μέ μεγάλη προσοχή καί ἐνδιαφέρον ἀλλά καί μέ τή χειραγώγηση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία κατέχει ὅλη τήν ἀλήθεια γιά τήν ἀδιαίρετη ἀνθρώπινη φύση μας καί γνωρίζει ἐξ ἴσου καλά τήν αἰτία τῆς διχοτομήσεώς της, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά προκύψουν δύο διαφορετικές ἀνθρώπινες συμπεριφορές:
ἡ ἀνδρική καί ἡ γυναικεία.

Δέν θά κουραστοῦμε νά ἐπαναλαμβάνουμε πώς ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο ψυχή «κατ’ εἰκόνα» Του καί πώς θέλησε καί θέλει αὐτή ἡ ψυχή νά λειτουργῆ χωρίς ἐκτροπές σέ ἀνδρική ἤ σέ γυναικεία λειτουργία ἀλλά νά λειτουργῆ ὡς ἁγιότητα.

Ὅμως, ὅπως ἔχουμε ἀναπτύξει σέ προηγούμενα ἄρθρα μας, αὐτό δέν εἶναι εὔκολο μετά τήν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, γιατί ἡ Πτώση αὐτή προκλήθηκε ἀκριβώς ἀπ’ αὐτήν τήν αἰτία. Ἀπό τήν ἀνωριμότητα τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας, ἡ ὁποία ἀνωριμότητα τούς ὁδήγησε νά ἐπινοήσουν τήν ἰδιοτροπία σάν τρόπο λειτουργίας τῆς ψυχῆς τους.

Αὐτή ἡ τοποθέτησή μας, πού εἶναι καί θεμελιακή γιά τήν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός μας, εἶναι φυσικό νά προκαλῆ δυσπιστία στόν ἀναγνώστη γιατί εἶναι μιά ἀλήθεια πού δέν ἔχει συζητηθεῖ ἤ, ἄν θέλετε, δέν ἔχει μέχρι σήμερα τόσο ξεκάθαρα τεθεῖ, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι δέν προκύπτει
ἀβίαστα ἀπό τό Ἁγιογραφικό κείμενο τῆς Γενέσεως ἀλλά καί ἀπό τήν ἀνθρωπολογία τῆς Ἐκκλησίας μας.

Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά παρεξηγηθοῦν οἱ διατυπώσεις μας ἀλλά πρέπει νά κατανοοῦνται μέ τό νόημα πού τίς παραθέτουμε χωρίς νά τούς δίνονται προεκτάσεις ἤ παρερμηνείες, πού μπορεῖ νά ὁδηγήσουν τή συζήτησή μας σέ μονοπάτια ἄσχετα καί ἐκ διαμέτρου ἀντίθετα, ὅπως, φερ’ εἰπεῖν, στό νά φαντασθῆ κανείς πώς ὅταν κάνουμε λόγο γιά τήν ἑνιαία ἀνθρώπινη ψυχή καί ὄχι γιά ἀνδρική ψυχή καί γυναικεία, εὐνοοῦμε καί ἐνθαρρύνουμε κάποιους στό νά πρεσβεύουν καί νά ζοῦν τήν... ὁμοφυλοφιλία!

Τά κείμενά μας εἶναι ἡ σαφέστερη θεολογική καί ἀνθρωπολογική καταδίκη τῆς ὁμοφυλοφιλίας, δεδομένου ὅτι ἡ ὁμοφυλοφιλία δέν στοχεύει στήν ἐπάνοδο τῆς ψυχῆς στήν κατάσταση τῆς ὑγείας, δέν ἀποσκοπεῖ στό νά γίνη ἡ ψυχή ἀνδρεία ἀλλά παρακινεῖ τούς ἄνδρες νά ζοῦν καί νά κινοῦνται πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνση. Ἀντί νά τούς ἐνισχύη ψυχικά αὐξάνοντας τήν ἀντοχή τους στό νά βαστάζουν τίς εὐθῦνες ἀνθρώπων καί κυρίως τῶν γυναικῶν τους, τούς ὑποθάλπει τίς ψυχικές ἀδυναμίες τους μέ ἀποτέλεσμα ἡ ψυχή τους νά καταντᾶ ἀκόμη περισσότερο γυναικώδης. Γι’ αὐτό καί ἡ ὁμοφυλοφιλία βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος σέ ἀνθρώπους ψυχικά ἀδύναμους μέ ἔντονα ψυχολογικά προβλήματα, καταρρακωμένες ψυχικές ἀντιστάσεις ἀλλά καί πολλά ἄλλα παρεπόμενα...


ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ, ΔΥΟ ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τό γεγονός, λοιπόν, τῆς Πτώσεως κατήντησε τό ἀνθρώπινο γένος νά συμπεριφέρεται μέ δύο διαφορετικούς τρόπους -ἕναν ἀνδρικό καί ἕναν γυναικεῖο- πρᾶγμα τό ὁποῖο "ἀναγκάζει" τόν Θεό νά δώση δύο εἰδῶν ὁδηγίες, διαφορετικές μεταξύ τους: ἕνα εἶδος ὁδηγιῶν στόν Ἀδάμ καί ἕνα ἄλλο εἶδος στήν Εὔα.

Ὁ Ἀδάμ, καλεῖται πλέον νά δραστηριοποιηθεῖ στό πεδίο τῆς κοινωνίας καί ἐπικοινωνίας μέ τήν Εὔα. Καλεῖται νά ἀναλάβη ἡγετικό ρόλο γιατί σ’ αὐτόν τόν τομέα ὑστέρησε σοβαρά καί ἔγινε ἀπό τή μεριά του πρόξενος τῆς Πτώσεως. Ἡ Εὔα, καλεῖται νά συστείλη τήν ἐνεργητικότητά της στους τομεῖς πού πρέπει νά ἐνεργοποιηθῆ ὁ Ἀδάμ καί νά κάνη βήματα πρός τά πίσω ὑπακούοντας, γιατί ὅσο ἐκείνη ἡγεμονεύει ὁ Ἀδάμ θά παραμένη ἀνάπηρος ψυχικά καί δέν θά μπορῆ νά τῆς προσφέρη τή βοήθεια καί τή στήριξη πού αὐτή χρειάζεται, ἀλλά καί ἐκείνη δέν θά βοηθηθῆ ἀπό τήν αὔξηση τῆς ἡγεμονικότητός της, διότι μέ αὐτήν τήν αὔξηση δέν θά ἔχη τήν δυνατότητα νά τιθασεύση τίς ἄτακτες κινήσεις τῆς ψυχῆς της.

Ἡ ἄσκηση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας γιά νά ἐπιτύχουν τήν ὁλοκλήρωσή τους, δηλαδή τήν ψυχική τους ὑγεία, μεταφέρεται πλέον στόν γάμο. Σέ μία σχέση, πού εὐλογεῖ ὁ Θεός καί παρακολουθεῖ ἀδιάκοπα. Μέσα στήν σχέση τοῦ γάμου ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα θά κάνουν τήν «ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων» τους, ὅπως ὁρίζει ἡ θεολογική γλώσσα γιά τή σχέση τῆς ἀνθρωπίνης και τῆς Θείας φύσεως στό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου.

Ὁ Θεός Λόγος μετέδωσε στήν ἀνθρώπινη φύση Του ἰδιώματα τῆς Θείας φύσεως καί ἡ ἀνθρώπινη φύση Του μετέδωσε στήν Θεία Του φύση τά ἰδιώματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς Του.

Αὐτή «ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων» πρέπει νά γίνη καί μεταξύ τοῦ ἄνδρα καί τῆς γυναίκας στό μυστήριο τοῦ γάμου. Ὁ ἄνδρας πρέπει νά μεταδώση στήν γυναῖκα του τίς ὑγιεῖς ἰδιότητες πού διατήρησε ἀπό τήν ἑνιαία ἀνθρώπινη φύση καί νά προσλάβη ἀπό τήν γυναῖκα του τίς ὑγιεῖς ἰδιότητες πού διετήρησε ἐκείνη ἀπό τήν ἑνιαία ἀνθρώπινη ψυχή. Αὐτό ἐκφράζει καί ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν γράφει γιά τό μυστήριο τοῦ γάμου: «Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν». Αὐτό πού ἔκαμε ὁ Θεός μέ τήν ἀνθρώπινη φύση μας καί τῆς μετέδωσε ἰδιότητες τοῦ Ἑαυτοῦ Του προσλαμβάνοντας καί Ἐκεῖνος τίς δικές μας ἰδιότητες ὥστε νά μᾶς θεραπεύση καί νά ἑνωθῆ μαζί μας, αὐτό τό ἴδιο πρέπει νά ἐπαναλάβη καί τό ἀνδρόγυνο ὥστε νά ἀποκατασταθῆ ἡ ψυχική ὑγεία τοῦ καθενός καί νά ἑνωθοῦν πραγματικά μεταξύ τους.

Στό ἑπόμενο τεῦχος, σύν Θεῷ θά ἐπιχειρήσουμε νά προσεγγίσουμε περισσότερο τίς ὀδηγίες τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου πρός τό ἀνδρόγυνο γιά νά φωτισθῆ περισσότερο ἡ παθολογία τῆς ἀνδρικῆς καί τῆς γυναικείας συμπεριφορᾶς.

-------------------------------------------------------------
(πηγή: Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία» τεύχος 31)

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΝΔΡΙΚΗ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ



(π. Βασίλειος Βολουδάκης)

Στά τρία τελευταῖα τεύχη τοῦ περιοδικοῦ μας ἔχουμε ἀρχίσει μιά ἀσυνήθιστη συζήτηση. Προσπαθοῦμε μέ τή βοήθεια τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως νά προσεγγίσουμε τήν ψυχική κατάσταση τῶν Πρωτοπλάστων πρίν ἀπό τήν Πτώση τους καί τήν Ἐξορία τους ἀπό τόν Παράδεισο. Καί αὐτό τό ἐπιχειροῦμε γιά νά ἀποδείξουμε πώς οἱ διαφορές ἀνάμεσα στήν ἀνδρική καί τή γυναικεία ψυχολογία, πού συντάραξαν καί συνταράσσουν τήν ἰσορροπία τῆς ἀνθρωπότητος, δέν ὀφείλονται στήν ἀρχική κατασκευή τῶν Πρωτοπλάστων ἀπό τόν Θεό ἀλλά στόν τρόπο πού λειτούργησαν αὐτοί οἱ δύο πρώτοι ἄνθρωποι τήν ἀνθρώπινη φύση τους.

Αὐτό τό συμπέρασμα, πιστεύουμε, πώς ἔχει ἀποφασιστική σημασία διότι ἐξηγεῖ στόν σύγχρονο ἄνθρωπο ὅτι οἱ ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ πρός τόν Ἀδάμ καί τήν Εύα δέν εἶναι ὁδηγίες ρατσιστικές, μέ σκοπό νά εὐνοήσουν τόν Ἀδάμ εἰς βάρος τῆς Εὔας, ἀλλά ὁδηγίες θεραπευτικές, πού ἀποσκοποῦν νά θεραπεύσουν τά ψυχικά τραύματα, τά ὁποῖα προξενήθηκαν καί συνεχῶς ἀναπαράγονται ἐξ αἰτίας τοῦ διχασμοῦ τῆς ἑνιαίας ἀνθρωπίνης φύσεως σέ δύο ἐλαττωματικές ὑπάρξεις, πού ἐπεκράτησε νά ἀποκαλοῦνται φῦλα.

Ἡ συζήτηση, πού κάνουμε, ἔχει ἰδιαίτερη σημασία στήν ἐποχή μας, γιατί σήμερα -ὅσο ποτέ ἄλλοτε- παρεξηγοῦνται οἱ ὁδηγίες τῶν ἁγίων Πατέρων μας ἀλλά καί τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐπειδή ἀναφέρονται κατ’ ἐξοχήν στήν μετά τήν Πτώση κατάσταση τῶν ἀνδρῶν καί τῶν γυναικῶν χωρίς νά γίνεται ἀναλυτική ἀναδρομή στήν ἀρχική κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἀκόμη καί ὁ Ἅγ. Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζεται ἀπό τούς ἀμυήτους «μισογύνης»(!) καί σύνολη ἡ ἁγιοπατερική διδασκαλία θεωρεῖται ὡς πρός τό προκείμενο θέμα «ἀναχρονιστική»! Δέν εἶναι δέ λίγοι καί οἱ Ὀρθόδοξοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι, παρασυρόμενοι ἀπό τήν ἐπικρατήσασα παρανόηση, συζητοῦν τήν... τροποποίηση τῶν ὁδηγιῶν τῆς Ἐκκλησίας πρός τά δύο φύλα μέ ἀποκορύφωμα τήν υἱοθέτηση τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικῶν!

Κυρίαρχο, λοιπόν, στοιχεῖο τῆς συζητήσεώς μας εἶναι ἡ διακήρυξη πώς ὁ Ἀδάμ καί ἡ γυναῖκα του λειτούργησαν τήν ἀνθρώπινη φύση τους μέσα στόν Παράδεισο μέ διαφορετικό τρόπο ἐνῶ οἱ ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ «φιλοδοξοῦσαν» νά καμαρώσουν τό Πρωτόπλαστο ζευγάρι ἑνωμένο, μέ ἕνα φρόνημα, μιά ἀπόφαση, μιά ἐνέργεια.

Ὁ Θεός ἤθελε καί θέλει τά παιδιά Του νά Τοῦ μοιάσουν. Καί ὅπως τά Τρία Πρόσωπα τῆς Θεότητος ἀπό κοινοῦ ἐνεργοῦν ἔτσι ἤθελε καί θέλει καί τά παιδά Του, πού πλάσθηκαν «κατ’ εἰκόνα» Του, ὄχι μόνο ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἀλλά ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, νά ἐνεργοῦν ἀπό κοινοῦ καί ὄχι ὁ καθένας μέ τήν ἰδιοτροπία του.

Οἱ Πρωτόπλαστοι δέν τό πρόσεξαν αὐτό καί ἄφησε ὁ ἕνας τόν ἄλλον στόν ρεμβασμό του. Αὐτό ἦταν τό πρῶτο βῆμα γιά νά ἀπομακρυνθοῦν μεταξύ τους. Καί αὐτό τό βῆμα, ὅπως καί τά ἑπόμενα τούς ἀπομάκρυναν καί ἀπό τόν Θεό. Αὐτό τό βῆμα ἔγινε ἡ ἀρχή γιά νά διαφοροποιηθῆ ἡ ἀνθρώπινη ψυχολογία σέ ἀνδρική καί σέ γυναικεία.

Τό δεύτερο βῆμα ἦταν νά χάση ὁ Ἀδάμ τήν ἐποπτεία τῆς γυναίκας του καί νά ἀσχολῆται μέ τή λοιπή κτίση. Παρατηροῦμε πώς κατά τό στάδιο αὐτό δέν τοῦ εἶναι ἀναγκαία ἡ σχέση του μέ τή γυναῖκα του ἀλλά αἰσθάνεται καλά μόνος του καί ἀρχίζει νά αὐτονομεῖται. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἡ γυναῖκα του δέν μπόρεσε μόνη, χωρίς ἐπικοινωνία. Νοιώθει ἀνάγκη της νά ἀναφερθῆ στόν ἄνδρα της ἀλλά αὐτός ἔχει ἐστιάσει ἀλλοῦ τήν προσοχή του.

Φαίνεται πώς «τό δένδρον της Γνώσεως» γίνεται τελικά ζυγαριά πού μετράει τίς δύο διαφορετικές διαθέσεις: Ὁ Ἀδάμ πλησιάζει τό «Δένδρο» καί ἐστιάζει σ’ αὐτό τήν προσοχή του. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος μᾶς ἐξηγεῖ πώς «ἡ ἐξερεύνησις τῆς ὡραιότητος τῶν καρπῶν τοῦ ἀπηγορευμένου δένδρου, ἦν σημεῖον τῶν γηίνων φρονημάτων· ἀπό τῆς προσβλέψεως πρός τό δένδρον ἡ πτῶσις τοῦ Ἀδάμ ἦτο ἤδη γεγονός παρεπόμενον. Ὁ διάβολος προέτρεψε τόν ἤδη ὑπό τήν σκιάν τοῦ δένδρου καθήμενον ἄνθρωπον καί γλιχόμενον τῶν καρπῶν αὐτοῦ. Ἐάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἠτένιζεν πρός τό δένδρον δέν ἡττᾶτο ὑπό τοῦ διαβόλου· ἡ ἐνατένισις ἐπέφερε τήν πτώσιν, ὥστε οὐχί ἡ ἠθική αὐτοῦ ἀδυναμία ἤ ἀτέλειά τίς ἐπέφερε τήν πτῶσιν καί τήν πλάνην, ἀλλ’ ἡ ἀμέλεια πρός τό ὑψηλόν αὐτοῦ καθῆκον»1. Ἀντιθέτως, ἡ γυναῖκα πλησιάζει τό «Δένδρον» σάν μέσον καί ἀφορμή γιά νά προσελκύση τήν πρός αὐτήν προσοχή τοῦ ἄνδρα της. Μέ τό νά ἀσχοληθῆ μέ τό «Δένδρον» ἐπιτυγχάνει δύο πράγματα: Πρῶτον συνομιλεῖ μέ τό φίδι (οὐσιαστικά μέ τόν διάβολο πού κρύβεται στό φίδι) καί ἱκανοποιεῖ τήν ἀνάγκη της γιά ἐπικοινωνία. Ἐπικοινωνεῖ, ὅμως, γιά νά ἀποκτήση ἐμπειρία γιά ἕνα θέμα πού θά τήν φέρη σέ ἐπικοινωνία μέ τόν ἄνδρα της. Ἀποκτᾶ ἐμπειρία γιά νά ἐπιστρέψη σ’ αὐτόν.

Τά πράγματα ὅμως δέν εἶναι τόσο εἰδυλλιακά, ὅσο τά φαντάσθηκε ἡ Γυναίκα, γιατί ἤδη ἔχουν ἀρχίσει καί οἱ δύο τό τρίτο κατηφορικό τους βῆμα: Ἡ μέν Γυναίκα ἐπιστρέφει στόν Ἄνδρα της, ἀφοῦ ἔχει γευθεῖ τήν παρακοή, ἀφοῦ ἔχει αὐθαιρετήσει, τόν πλησιάζει, ὅμως, πλέον μέ ὑπεροχή, σάν δασκάλα, μέ τήν ἀνασφάλεια τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ἐπιβληθῆ γιατί βλέπει πώς ὁ ἄνθρωπός της ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτήν, ἔχει φύγει ἀπό τή θέση του, πού ἦταν ἡ προσήλωσή του στόν Θεό καί δι’ Αὐτοῦ στή Γυναίκα του καί νοιώθει σαλευμένη καί ἀνασφαλής. Ὁ δέ Ἀδάμ δέχεται τό δασκάλεμα τῆς Γυναίκας του, ἀφοῦ ἔχει χάσει τό Θεό ὡς «Κεφαλή» του, ἀνταποκρίνεται σάν μαθητούδι καί ὄχι ὡς ἰσάξιός της καί γεύεται καί κεῖνος τήν παρακοή.

Ἔχουν πιά ὁλοκληρωθεῖ οἱ προϋποθέσεις γιά τό τέταρτο βῆμα. Αὐτό τό κατρακυλοῦν μετά τήν Πτώση καί πρίν ἀπό τήν Ἐξορία τους ἀπό τόν Παράδεισο, ὅταν πιά ὁ Θεός προσπαθεῖ νά ἐπικοινωνήση μαζί τους, ἀφοῦ ἐκεῖνοι ἔχουν ὁλότελα στρέψει τήν προσοχή τους ἀλλοῦ. Τούς φωνάζει. Φωνάζει τόν Ἀδάμ μέ χαρακτηριστικό τρόπο: «Ἀδάμ ποῦ εἶ;». Τόν ξυπνάει ἀπό τόν λήθαργο καί τοῦ ἐπισημαίνει ὅτι ἔχει φύγει ἀπό τήν θέση του. Τότε ὁ Ἀδάμ ὁλοκληρώνει τήν ἀποστασιοποίησή του ἀπό τή Γυναῖκα του. Μέ τήν ἀπάντησή του «ἡ γυνή ἥν ἔδωκας μετ’ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπό τοῦ ξύλου, καί ἔφαγον» φανερώνει τήν ἀνυπαρξία πραγματικῆς σχέσεως μέ αὐτήν. Μέ τή σειρά της ἡ Γυναίκα του ἐπιρρίπτει τίς εὐθύνες στό φίδι, τό ὁποῖο, ὅμως, λίγο πρίν μέ προθυμία πλησίασε καί στό ὁποῖο ἀπεκάλυψε «χαρτί καί καλαμάρι», ὅλα τά μυστικά πού εἶχε μέ τόν Θεό καί τόν Ἄνδρα της.
Αὐτή εἶναι ἡ κατηφορική πορεία τῶν Πρωτοπλάστων πρίν δεχθοῦν τίς γνωστές σέ ὅλους μας θεραπευτικές ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ οἱ ὁποῖες ἀποσκοποῦν στό νά τούς ξανασμίξουν μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό.

Ὁ Θεός ποθεῖ καί ἐργάζεται νά ἐπανενώση τήν ἀνθρώπινη ψυχή γιατί ἔπλασε μία ψυχή. Τήν ἀδιαίρετη καί ἀταλάντευτη ἀνθρώπινη ψυχή. Ὅμως οἱ ἀρχικοί διαχειριστές της μέ τά καμώματά τους τήν δίχασαν. Ἔτσι μέ τήν Πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει πλέον δύο ψυχοσυνθέσεις: ἀνδρική καί γυναικεία. Οἱ μέν ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ ἔχουν στό ἑξῆς τίς ροπές τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἀδάμ, οἱ δέ ἀπόγονοι τῆς Εὔας ἔχουν τίς ροπές τῆς συμπεριφορᾶς τῆς Εὔας.
Ἀπό τήν ἀνάγνωση τῆς διηγήσεως τῆς Γενέσεως διαπιστώνουμε ὅτι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ, οἱ ἄνδρες, ἔχουμε μέν μιά σταθερότητα, δέν ἐπηρεαζόμαστε εὔκολα ἀπό τρίτους, ἡ λογική μας κυριαρχεῖ ἀλλά ἔχουμε αἰσθητά μειωμένο ὁρίζοντα στήν ἐπικοινωνία μας καί γι’ αὐτό ἐμφανίζουμε σκληροκαρδία καί ταυτόχρονα ὑποχωρητικότητα στή γυναῖκα μας σέ στιγμές πού ἀπαιτεῖται σταθερότητα καί ἀποφασιστικότητα, ἑνῶ δείχνουμε ἀδιαλλαξία ἐκεῖ πού ἀπαιτεῖται συμφωνία καί συγκατάβαση. Ἀρνούμεθα τό ρόλο τῆς «κεφαλῆς», τήν ἀνάληψη τῆς εὐθύνης ἀνθρώπων γιατί νομίζουμε πώς αὐτό μᾶς κουράζει, ἐνῶ, ἀντίθετα, ὁ ρόλος αὐτός εἶναι πού μᾶς γιατρεύει τά κουσούρια τῆς Πτώσεως καί μάς ἀνδρώνει.

Ἀπό τήν ἄλλη μεριά οἱ γυναῖκες ἔχουν πλούσια καρδιά ἀλλά ξεκάρφωτη, ἔτοιμη νά τήν προσφέρουν στόν πρῶτο πλειοδότη. Ἔχουν ἄφθονα αἰσθήματα ἀλλά τούς λείπει ἡ σταθερότητα. Τή λογική τους κατευθύνει τό συναίσθημα καί ἐνῶ ἐπηρεάζονται εὔκολα -ἰδίως ὅταν μεσολαβοῦν κοπλιμέντα- ἀναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, πού, τελικά, ζημιώνουν καί αὐτές καί τούς ἄνδρες τους. Ζητοῦν τήν ἐπικοινωνία καί γι’ αὐτήν πολλές φορές θυσιάζουν τά πάντα. Ὕστερα, ὅμως, καταλαβαίνουν πώς ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ ἐπικοινωνίες δέν ἔχουν «ψωμί», ἀλλά τότε εἶναι ἤδη ἀργά.

Ἡ ἀνδρική καί ἡ γυναικεία ψυχολογία ἔχουν πολλές περιπλοκές καί περισσότερες ἡ γυναικεία. Γι' αὐτό, ὁ φακός τῆς ἐρεύνης μας πρέπει νά κάνη ἀκόμα ἀρκετά «ζούμ» στά κύρια σημεῖα ἀλλά καί στίς λεπτομέρειες.

(πηγή: Περιοδικό «Ενοριακή Ευλογία» τεύχος 30)